Powered By Blogger
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχέδιο Ανάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχέδιο Ανάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Απριλίου 2020

Μη κυβερνητικές οργανώσεις και σχέδιο Ανάν

Μη κυβερνητικές οργανώσεις και σχέδιο Ανάν
Σαν χθες συμπληρώθηκαν 16 χρόνια από το μεγάλο ΌΧΙ του Κυπριακού Ελληνισμού στο σχέδιο ΑΝΑΝ. Στο σημερινό μας αφιέρωμα υπενθυμίζουμε με το παρακάτω άρθρο τον ρόλο που έπαιξαν μια σειρά από ΜΚΟ (όπως π.χ. το ΕΛΙΑΜΕΠ ή ο ΟΠΕΚ των Σημίτη – Λιάκου) στο να υπερισχύσει το ΝΑΙ.
Του Νίκου Ντάσιου από το Άρδην τ. 58 (Μάρτιος 2008)
Οι ΜΚΟ έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στην υποστήριξη και την προώθηση του επαίσχυντου Σχεδίου Ανάν με το αζημίωτο. Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Ρίτσαρντ Μπάουτσερ, είχε δηλώσει πως δεν πρόκειται να δοθεί στη δημοσιότητα ο κατάλογος με τα ονόματα αυτών που είχαν κληθεί στην αμερικανική πρεσβεία στη Λευκωσία πριν από το δημοψήφισμα, και οι οποίοι είχαν απαντήσει σε σειρά ερωτημάτων, όσον αφορά στο σχέδιο Ανάν.
Ο κ. Μπάουτσερ είχε πει ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν η ορθή ενέργεια και δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Η.Π.Α. Χαρακτήρισε τη σχετική λίστα ιδιωτική και εξέφρασε άγνοια για το κατά πόσο, πέρα από τα 13 εκατομμύρια δολάρια που δαπανήθηκαν από το Κογκρέσο για οικονομικά προγράμματα ανάπτυξης, δαπανήθηκαν 6,4 εκατομμύρια επιπλέον για την εκστρατεία υπέρ του σχεδίου Ανάν.
Παρ’ όλα αυτά, τρεις διαφορετικοί οργανισμοί τυγχάνουν ή έτυχαν χρηματοδότησης προ του δημοψηφίσματος της 24ης Απριλίου μέσω της UNOPS –Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών που χρηματοδοτεί το «Δικοινοτικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Κύπρου»–, με κοινό στόχο, όπως τουλάχιστον δηλώνουν, την επαναπροσέγγιση στο διαδίκτυο! Πρόκειται για τους εξής οργανισμούς: 1) Cyprus Media Net: Technology for Peacebuilding (Τεχνολογία για την Ειρήνη) 2) Cyprus Neuroscience and Technology Institute (Ινστιτούτο Nευρο­επιστήμης και Τεχνολογίας, Κέντρο Ερευνών) 3) Youth Promoting Peace. Στους δυο πρώτους οργανισμούς, ιδρυτής και πρόεδρος είναι ο Δρ Γιάννης Λαούρης, ενώ, στον τελευταίο οργανισμό, τα πρόσωπα που είναι διαχειριστές είναι και μέλη του Technology for Peacebuilding. Οι τρεις αυτοί οργανισμοί εισέπραξαν για τις δραστηριότητές τους, τα τελευταία δυο χρόνια σε δολάρια, το συνολικό ποσό των 424.892,47.
Τα χρήματα δόθηκαν στην UNOPS μέσω της Υπηρεσίας Διεθνούς Ανάπτυξης των Ηνωμένων Πολιτειών (Agency for International Development – USAID) και από εκεί στους τελικούς δικαιούχους.
www.ardin-rixi.gr

Ο Ερντογάν επιβεβαιώνει με τη συμπεριφορά του την ορθότητα της απόρριψης του σχεδίου Ανάν

Κώστας Βενιζέλος

Το σχέδιο Ανάν ήταν ένα μοντέλο συμφωνίας για την Κύπρο, που εξυπηρετούσε την Τουρκία, τους Αγγλοαμερικανούς, όχι όμως τους Κυπρίους. Δεκαέξι χρόνια μετά το δημοψήφισμα (24 Απριλίου 2004), η αποτίμηση είναι αναγκαία.
Κυρίως των όσων παρακολουθούμε με την συμπεριφορά του Ερντογάν και την ετσιθελική τακτική του για επιβολή των επεκτατικών σχεδιασμών του. Αυτή η συμπεριφορά υπενθυμίζει σε όσους ζούσα και εξακολουθούν να ζουν σε ψευδαισθήσεις, πως η εφαρμογή των συμφωνηθέντων θα εξαρτιόταν από τις διαθέσεις του Ερντογάν και τους «οραματισμών» του.
Στο σχέδιο Ανάν οδηγηθήκαμε μέσα από την υποχωρητικότητα που επέδειξε η τότε κυβέρνηση( 1998-2003) στο Κυπριακό στην προσπάθεια της να διασφαλίσει την ένταξη στην Ε.Ε.
Το περιεχόμενο του σχεδίου ήταν, όπως σημείωναν οι εμπνευστές του, η διαχρονικά «συσσωρευμένη εμπειρία» στο Κυπριακό. Δηλαδή, οι υποχωρήσεις που έγιναν από την ελληνική κυπριακή πλευρά από το 1974 και εντεύθεν.
Σε σχέση με το περιεχόμενο σαφώς και νομιμοποιούσε τα αποτελέσματα της εισβολής και κατοχής, με σοβαρά διαχωριστικά ρατσιστικά χαρακτηριστικά. Προτάθηκε ένα μοντέλο με δημοκρατικά ελλείμματα, που θα συντηρούσε τον εθνικισμό.
Η διαδικασία, σε όλες τις φάσεις της, αντιμετωπίστηκε από την ελληνική κυπριακή πλευρά με μη πολιτικούς όρους Διαδικαστικές και επί της ουσίας υποχωρήσεις που έγιναν, στηρίζονταν στη λογική πως «θα δεχθούμε εμείς, επειδή θα τα απορρίψει ο Ντενκτάς». Όλο αυτό ίσχυσε, δημιουργώντας κεκτημένο στις συνομιλίες τις ελληνοκυπριακές υποχωρήσεις.
Όταν το Φεβρουάριο του 2004 στη Νέα Υόρκη ο Ντενκτάς αποδέχθηκε τη διαδικαστική φόρμουλα, η ε/κ πλευρά αιφνιδιάστηκε και δεν είχε σχέδιο Β΄.
Λάθος ήταν και η επιστολή Παπαδόπουλου του Δεκεμβρίου 2003 προς τον Γενικό Γραμματέα για την ανάληψη πρωτοβουλίας στο Κυπριακό. Την ώρα που η κατάρρευση της Χάγης πιστώθηκε στους Τούρκους, η επιλογή που υπήρχε ήταν μόνο η απρόσκοπτη πορεία προς την ένταξη στην Ε.Ε. την πρωτομαγιά του 2004.
Λάθος ήταν και η αποδοχή της επιδιαιτησίας το Φεβρουάριο του 2004, που εκ των πραγμάτων θα οδηγούσε σε ένα ετεροβαρές σχέδιο λύσης, όπως και έγινε.
Λάθος ήταν και η πίεση της Αθήνας για αποδοχή μιας διαδικασίας και ενός σχεδίου, πριν ακόμη υποβληθεί.
Περαιτέρω φαίνεται πως δεν αξιολογήθηκαν σωστά οι εξελίξεις τόσο στην Τουρκία όσο και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Ελέγχεται ακόμη και η διαχείριση που έγινε μετά το δημοψήφισμα. Μπορεί κανείς να αντιληφθεί, να κατανοήσει πως η Κυπριακή Δημοκρατία βρισκόταν μετά την απόρριψη του σχεδίου υπό ασφυκτική πίεση.
Περαιτέρω είμαστε και στο παρά πέντε πριν την ένταξη στην Ε.Ε.. Είναι, όμως, πρόδηλο  ότι δεν αξιοποιήθηκε ως έπρεπε το αποτέλεσμα. Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν, η οποία ήταν συντριπτική, συνιστούσε ευκαιρία για αλλαγή πλεύσης στο Κυπριακό.
Το μεγαλύτερο όπλο για μια ηγεσία είναι το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος. Όπλο για μια νέα προσέγγιση στη βάση της απόφασης των πολιτών. Όλοι επικαλούνται την λαϊκή κυριαρχία, αλλά δεν την αξιοποιούν. Αυτό δεν έγινε και ως εκ τούτου όσες προτάσεις, ιδέες κατατέθηκαν στη συνέχεια στηρίζονταν στον απορριφθέν σχέδιο Ανάν.

Οι πολίτες έδωσαν διέξοδο στην πολιτική ηγεσία με τη στάση τους στο δημοψήφισμα. Πρόσφεραν διά του αποτελέσματος τη δυνατότητα απεγκλωβισμού από τη μέχρι τότε πορεία στο Κυπριακό, που συνεχίζει να είναι η ίδια μέχρι και σήμερα.pronews.gr 

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

7 Απριλίου 2004: Το ιστορικό διάγγελμα του Τάσσου Παπαδόπουλου (κείμενο, βίντεο)

Ακούστε όλο το ιστορικό διάγγελμα του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου που έκανε τις παραμονές του δημοψηφίσματος στην Κύπρο, για το Σχέδιο Ανάν. Και τότε μας απειλούσαν να το εγκρίνουμε, όπως κάνει τώρα ο Μάθιου Νίμιτς και επαναλαμβάνει ο κ. Δανέλης, ο οποίος το πάει παραπέρα. Μιλάει για «Εθνική συντέλεια» από καταψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών





Πριν δέκα ακριβώς χρόνια, το όνομα του Τάσσου Παπαδόπουλου καταχωρήθηκε με χρυσά γράμματα στην Ιστορία του Ελληνισμού. Με το καθοριστικό διάγγελμά του της 7ης Απριλίου 2004 ουσιαστικά διασφάλισε  την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, την επιβίωση της Κυπιρακής Δημοκρατίας, την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της.
Το ιστορικό διάγγελμα του Τάσσου Παπαδόπουλου υπήρξε μνημείο πατριωτισμού και ηγεσίας, αλλά ταυτόχρονα νηφαλιότητας και ευθυκρισίας. Δεν εκμεταλλεύτηκε το θυμικό των συμπατριωτών του όπως τον κατηγόρησαν κάποιοι: επί σχεδόν μία ώρα ανέλυσε διεξοδικά τις κρίσιμες πτυχές του Σχεδίου Ανάν, πριν καταλήξει στη συγκινησιακά φορτισμένη προτροπή του προς τον “ελληνικό κυπριακό λαό” να το καταψηφίσει. 
Παρακάτω παραθέτουμε ολόκληρο το διάγγελμα, που είναι  επίκαιρο πάντα, αλλά ακόμα περισσότερο σήμερα – καθώς όλα δείχνουν ότι μια νέα εκδοχή του σχεδίου Ανάν είναι επί θύραις. Ας μετρηθούν με το παράδειγμα του Τάσσου Παπαδόπουλου οι αρμόδιοι σε Ελλάδα και Κύπρο – ο πήχυς είναι πολύ ψηλά 
Συμπατριώτισσες, Συμπατριώτες,
Αυτές τις εξαιρετικής ιστορικής σημασίας συνθήκες, νιώθω υποχρέωσή μου να απευθυνθώ σ΄ εσάς: στον κυρίαρχο κυπριακό λαό. Κάθε λαός διαμορφώνει και γράφει τη δική του ιστορία. Άλλοτε με απελευθερωτικούς και κοινωνικούς αγώνες, άλλοτε με δημοκρατικές διαδικασίες διά της ψήφου του. Τώρα καλείται ο κυπριακός λαός, καλούμαστε ο καθένας χωριστά και συλλογικά, να γράψουμε την ιστορία του μέλλοντος της Κύπρου.
Η πατρίδα μας διέρχεται τις πιο δραματικές ώρες της μακραίωνης ιστορίας της. Ώρες καθοριστικές όχι μόνο για το παρόν και τη δική μας γενεά, αλλά και για το μέλλον και τις γενεές που θα έρθουν. Οι αποφάσεις που θα πάρουμε εμείς σήμερα, διαμορφώνουν και καθορίζουν τις τύχες και τα πεπρωμένα και των επερχόμενων γενεών.
Είμαι πεπεισμένος ότι ολόκληρη η πολιτική ηγεσία του τόπου, αλλά και η κάθε μιά και ο καθένας από σας, έχει πλήρη επίγνωση της σοβαρότητας της απόφασης που καλούμαστε να πάρουμε στο δημοψήφισμα της 24ης του Απρίλη, και ότι συμμερίζεστε το βάρος της ευθύνης που αναλαμβάνουμε με την ψήφο μας. Αυτή η απόφαση ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον κυπριακό λαό. Ελπίζω οι ξένοι φίλοι μας να σεβαστούν το λαό και την Κυπριακή Δημοκρατία. Ελπίζω να κατανοήσουν ότι παρεμβάσεις και πιέσεις προσβάλλουν την αξιοπρέπεια του κυπριακού λαού, είναι αντίθετες προς ρητή πρόνοια του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και, τελικά, καταλήγουν αντιπαραγωγικές.
Η κρισιμότητα των αποφάσεων που καλούμαστε να πάρουμε συλλογικά, αλλά και ατομικά, δεν μας επιτρέπει να αποδυθούμε σε συναγωνισμό για το ποιός είναι περισσότερο ή λιγότερο πατριώτης. Όλοι έχουμε τον ίδιο στόχο και όλοι έχουμε την ίδια έγνοια για το μέλλον της πατρίδας μας.
Υπάρχουν διαφορές στις εκτιμήσεις, στην ανάλυση των περίπλοκων και, εν πολλοίς, δυσνόητων προνοιών του Σχεδίου Ανάν και των βραχυπρόθεσμων και μακροχρόνιων αποτελεσμάτων του. Καλώ όλους να λειτουργήσουμε σε πνεύμα αλληλοσεβασμού, χωρίς φανατισμό και προπηλακισμούς. Δεν πρόκειται για πολιτικές εκλογές όπου τα Κόμματα καταμετρούν τη δύναμή τους. Δεν θα αναμετρηθούν τα Κόμματα μεταξύ τους. Θα αναμετρηθούμε με την ιστορία.
Η διαφύλαξη λοιπόν της ενότητας μας είναι ύψιστο χρέος προς την πατρίδα μας. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, οφείλουμε να το σεβαστούμε και η επόμενη μέρα πρέπει να μας βρει μονοιασμένους και δυνατούς. Η Κύπρος θα μας χρειαστεί όλους. Δεν περισσεύει κανένας.
Σέβομαι και εκτιμώ κάθε καλόβουλη και ειλικρινή άποψη και προσπαθώ να την κρίνω με αντικειμενικότητα και να την σταθμίσω, χωρίς προκαταλήψεις, και ανεπηρέαστος από δογματισμούς ή συναισθηματική φόρτιση.
Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εκλεγμένος εκπρόσωπος της Ελληνοκυπριακής κοινότητας φέρω το αυξημένο βάρος της ευθύνης της διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων και το χρέος να δηλώσω δημόσια, με ειλικρίνεια και παρρησία τη δική μου αποτίμηση της κατάληξης και τη δική μου απόφαση. Χωρίς καμιά προσπάθεια επιβολής της δικής μου επιλογής και θέλησης αλλά ως καθοδήγηση και συνεκτίμηση από σας. Η τελική απόφαση ήταν πάντα και παραμένει δική σας. Η ετυμηγορία σας θα εκφραστεί στο δημοψήφισμα της 24ης του Απρίλη.
Από την ημέρα που επέστρεψα από τη Λουκέρνη, αφιέρωσα όλο μου το χρόνο για να μελετήσω με τους συνεργάτες μου και τους λειτουργούς του Κράτους το τελικό Σχέδιο Ανάν, σε όλες του τις πτυχές. Άκουσα απόψεις, εκτιμήσεις και αναλύσεις. Παρακολούθησα με προσοχή τον δημόσιο διάλογο που έχει αναπτυχθεί και τα επιχειρήματα που οι διάφορες πλευρές παρέθεσαν. Έχω ζητήσει και έλαβα γνωμοδοτήσεις ξένων διεθνολόγων και συνταγματολόγων πάνω σε συγκεκριμένες πτυχές και πρόνοιες του Σχεδίου. Αξιολόγησα τις δηλώσεις διεθνών παραγόντων με νηφαλιότητα, ψυχραιμία και αντικειμενικότητα. Αξιολόγησα τις εκτιμήσεις Ελλαδικών Κομμάτων και ξένων Κυβερνήσεων με τις οποίες επικοινώνησα. Αναμένω και θα μελετήσω με προσοχή τις τελικές αποφάσεις των πολιτικών Κομμάτων της Κύπρου, τα οποία σέβομαι και εκτιμώ για την προσφορά τους στον τόπο. Κριτήριο της αξιολόγησής μου ήταν ένα και μοναδικό: η εξυπηρέτηση των συμφερόντων και δικαιωμάτων του κυπριακού λαού στο σύνολό του, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Αυτό μου επιβάλλει η συνείδησή μου. Αυτό απαιτεί το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, στο οποίο με την ψήφο σας με εκλέξατε.
Ελληνικέ κυπριακέ λαέ,
Όταν πριν από ένα χρόνο ζήτησα την ψήφο σου, ανέλαβα τη δέσμευση ότι θα αγωνιστώ με όλες μου τις δυνάμεις, σε κάθε επίπεδο και από κάθε βήμα που προσφέρεται, για να πετύχω βελτιώσεις στην τότε εκδοχή του Σχεδίου Ανάν, με στόχο να καταστεί λειτουργικό και, άρα, βιώσιμο. Δεσμεύτηκα ότι οι απαιτήσεις μας για βελτιώσεις θα ήσαν εντός των παραμέτρων του Σχεδίου και δεν θα ανέτρεπαν τη γενική φιλοσοφία του Σχεδίου, ούτε θα ανέτρεπαν ουσιώδεις και βασικές πρόνοιές του ή συμβιβασμούς που είχαν συμφωνηθεί στις συνομιλίες που είχαν προηγηθεί της εκλογής μου.
Δεσμεύτηκα, ακόμη, ότι θα επεδίωκα λύση που θα διασφάλιζε τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων αλλά και των Τουρκοκυπρίων, στα πλαίσια μιας επανενωμένης Κύπρου.
Συνεπής στην πάγια πολιτική του Εθνικού Συμβουλίου, ότι η δική μας πλευρά επιδίωκε δικοινοτικές διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και ανταποκρινόμενος σε συνεχείς παραινέσεις της πολιτικής ηγεσίας του τόπου, δεν έπαυσα να επιζητώ και να πιέζω για επανάληψη της πρωτοβουλίας του Γενικού Γραμματέα με βάση το Σχέδιο Ανάν και κάτω από τις προϋποθέσεις που είχαν συμφωνηθεί στο Εθνικό Συμβούλιο.
Τελικά, ο Γενικός Γραμματέας μας κάλεσε στη Νέα Υόρκη στις 10 Φεβρουαρίου του 2004, για να συμφωνήσουμε σε νέα διαδικασία διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων, θέτοντας ως όρο για την ανάληψη νέας πρωτοβουλίας, την αποδοχή διαιτητικού ρόλου του Γενικού Γραμματέα.
Αν δεν ανταποκρινόμουν θετικά στην πρόσκληση του Γενικού Γραμματέα θα ενεργούσα αντίθετα με την πάγια πολιτική του Εθνικού Συμβουλίου και θα ήμουν ασυνεπής στην πάγια θέση μας ότι επιδιώκουμε λύση του προβλήματος με συνομιλίες υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.
Με τη σύμφωνη γνώμη των εκπροσώπων των, αριθμητικά, μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων που με συνόδευσαν στη Νέα Υόρκη και με τη σύμφωνη γνώμη της τότε Κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης της Ελλάδας, δεχθήκαμε αυτή την αλλαγή της διαδικασίας. Προσωπικά, δέχθηκα αυτή τη νέα διαδικασία, εφόσον στη διαιτητική απόφαση του Γενικού Γραμματέα ο λαός της Κύπρου με την άμεση και προσωπική ψήφο του καθενός σε δημοψήφισμα, θα είχε τον τελευταίο λόγο.
Μετά από εκτίμηση της πλειοψηφίας του Εθνικού Συμβουλίου, ότι η από μέρους μας υποβολή μαξιμαλιστικών θέσεων θα οδηγούσε σε επικρίσεις κατά της πλευράς μας, υποβάλαμε συναινετικές προτάσεις που εξυπηρετούσαν και τις δύο Κοινότητες. Διατηρήσαμε το δικαίωμα να εγείρουμε πρόσθετα θέματα, σχετικά με το εδαφικό, τις περιουσίες και την επιστροφή των εκτοπισμένων, αν η Τουρκοκυπριακή πλευρά ήγειρε τέτοια θέματα. Όντως η Τουρκοκυπριακή πλευρά ήγειρε τέτοια θέματα και η δική μας πλευρά, με έγγραφα της, ήγειρε τις ανταπαιτήσεις της, τόσο στην εδαφική πτυχή όσο και για τα δικαιώματα εκτοπισμένων και περιουσιών.
Περιοριστήκαμε στον ελάχιστο αλλά πολύ σημαντικό στόχο: στην επανένωση της πατρίδας μας και του λαού μας. Επιδιώξαμε θεσμικές αλλαγές που, από τη μια, θα ενίσχυαν τη λειτουργικότητα της λύσης, και από την άλλη, θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για επανένωση θεσμών και λειτουργιών.
Η αρνητική στάση και οι μαξιμαλιστικές θέσεις της Τουρκικής πλευράς, αλλά και η ανοχή που τα Ηνωμένα Έθνη επέδειξαν για απαιτήσεις της εκτός των παραμέτρων του Σχεδίου Ανάν, δεν επέτρεψαν τη διεξαγωγή ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, παρά τη δική μας καλή θέληση.
Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, ασκώντας τη διαιτητική αρμοδιότητα του, κατάρτισε το Πέμπτο Σχέδιο Ανάν, χωρίς να προϋπάρξει συμφωνία των μερών σε οποιοδήποτε από τα θέματα που είχαν εγερθεί στις διαπραγματεύσεις, στη Λευκωσία και στην Ελβετία.
Στο Πέμπτο Σχέδιο Ανάν, περιέχονται βελτιώσεις σε σύγκριση με το Τρίτο και Τέταρτο Σχέδιο Ανάν. Αυτές οι βελτιώσεις δεν ικανοποιούν τις ελάχιστες απαιτήσεις που είχαμε υποβάλει. Ούτε όσο αφορά τη λειτουργικότητα του Σχεδίου, ούτε όσο αφορά την ετοιμότητα εφαρμογής του από την επόμενη των δημοψηφισμάτων, ούτε όσο αφορά την ουσιαστική επανένωση της πατρίδας μας στο οικονομικό, δημοσιονομικό και νομισματικό τομέα.
Αυτή δεν είναι η ώρα ούτε η ευκαιρία να προβώ σε λεπτομερή ανάλυση του Σχεδίου Ανάν. Αυτό θα γίνει στις επόμενες μέρες και μέχρι τη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων.
Νομίζω, όμως, ότι είναι χρήσιμο να αναφερθώ, εν είδει παραδειγμάτων, σε μερικές πτυχές που φαίνεται να σας προβληματίζουν. Δεν θα επιχειρήσω ούτε «δαιμονοποίηση» ούτε εξωραϊσμό του Σχεδίου Ανάν. Δεν δέχομαι, όμως, τον ισχυρισμό ότι όποιος επισημαίνει αδυναμίες του Σχεδίου, αναγκαστικά, επιδίδεται σε παραπληροφόρηση ή ότι αυτό δεν είναι αντικειμενική ενημέρωση του λαού.
Οι προτάσεις μας για διασφάλιση της λειτουργικότητας δεν περιορίζονταν και δεν εξαντλούνταν στη σύνθεση του Προεδρικού Συμβουλίου ή στην ίδρυση και λειτουργία Πρωτόδικου Δικαστηρίου ή στη Συμφωνία Συνεργασίας για θέματα Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, επεκτείνοντο και κάλυπταν και τους επτά τομείς των προτάσεών μας, δηλαδή, τη νομοθεσία, την Κεντρική Τράπεζα, την κοινή νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, τη σμίκρυνση των χρονικών περιόδων ανάκτησης περιουσίας, τη σμίκρυνση των μεταβατικών περιόδων, τη διοικητική διάρθρωση της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, την εκλογή των μελών των Κοινοβουλευτικών Οργάνων, τη νομοθεσία και τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων από διοικητικά όργανα, την εδαφική πτυχή, το θέμα των αγνοουμένων, το θέμα της Καρπασίας και άλλα. Θέλω να τονίσω εμφαντικά ότι όλες οι απαιτήσεις μας, που υποβλήθηκαν με πλήρη τεκμηρίωση, ήσαν εντός των παραμέτρων του Σχεδίου Ανάν και δεν αφαιρούσαν δικαιώματα που το Σχέδιο Ανάν παρείχε στους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας.
Αντίθετα, η Τουρκική πλευρά υπέβαλε 11 απαιτήσεις, που επηρεάζουν αρνητικά τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων και οι οποίες υιοθετούνται, όλες, στο τελικό κείμενο του Σχεδίου Ανάν.
Τώρα καλούμαστε να κρίνουμε κατά πόσο το τελικό Σχέδιο Ανάν ικανοποιεί τους ελάχιστους στόχους που έχουμε θέσει. Με αντικειμενικότητα και με αίσθημα ευθύνης καλούμαστε να κρίνουμε εάν επιτυγχάνεται η επανένωση της πατρίδας μας σε ένα ομόσπονδο κράτος που θα είναι λειτουργικό, βιώσιμο, θα διασφαλίζει τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και θα δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας και οικονομικής ευημερίας τόσο για τους Ελληνοκύπριους όσο και για τους Τουρκοκύπριους.
Κατά πόσο οι πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν, όπως έχουν οριστικά διαμορφωθεί μας επιτρέπουν να μετέχουμε ενεργητικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να αξιοποιήσουμε τα οφέλη που θα προκύψουν.
Με πόνο ψυχής καταλήγω στη διαπίστωση ότι ακόμα και με την πιο ελαστική, την πιο επιεική κρίση, το τελικό Σχέδιο Ανάν δεν ικανοποιεί τους ελάχιστους στόχους που θέσαμε. Οι ουσιαστικότερες των προτάσεών μας δεν έγιναν αποδεκτές. Ακόμη και στις πρόνοιες που έχουν βελτιωθεί, διαπιστώνουμε λειτουργικές δυσκολίες, περίπλοκες διαδικασίες και επικίνδυνες ασάφειες.
Η πιο βασική και θεμελιώδης ανησυχία και αγωνία μου για το μέλλον της πατρίδας μας εστιάζεται στα εξής:
Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα αποκτά όλα τα βασικά αιτήματα που διεκδίκησε, από την πρώτη ημέρα εφαρμογής της λύσης. Για την ακρίβεια, εικοσιτέσσερις ώρες μετά τη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων.
Παραμένει, ακόμη, αβέβαιο και ασαφές αν θα υπάρξει επικύρωση της Συνθήκης από το Τουρκικό Κοινοβούλιο, πριν τεθεί σε εφαρμογή η Ιδρυτική Συμφωνία.
Αναγνωρίζεται η οντότητά της ως «νόμιμο συνιστών Κράτος». Διαγράφεται η εισβολή και η κατοχή. Οι κάτοχοι της Τουρκοκυπριακής υπηκοότητας γίνονται αποδεκτοί ως νόμιμοι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Τουρκοκύπριοι εξασφαλίζουν ισότιμη συμμετοχή στη διοίκηση του νέου Ομοσπονδιακού Κράτους, με το καθεστώς των ισότιμων «συμπροέδρων» και ισότιμη και ισάριθμη συμμετοχή των εκπροσώπων του Τουρκοκυπριακού συνιστώντος Κράτους, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και σε όλες τις ειδικές Επιτροπές και Όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αντίθετα, όλα και όσα προσδοκεί να αποκτήσει η Ελληνοκυπριακή κοινότητα, έστω και από μια κακή και οδυνηρή λύση, παραπέμπονται χωρίς εγγυήσεις στο μέλλον και εξαρτώνται από την καλή πίστη της Τουρκίας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει. Υπόκεινται ακόμη, στην προϋπόθεση ότι όλα θα λειτουργήσουν ομαλά.
Με λίγα λόγια «αγοράζουμε ελπίδα», με μόνο αντάλλαγμα και διασφάλιση την καλή θέληση της Τουρκικής πλευράς να τηρήσει τη συμφωνία.
Η επιστροφή των κατεχομένων δικών μας εδαφών θα γίνει σε περίοδο μεταξύ τρεισήμισι μηνών και τρεισήμισι χρόνων, από την υπογραφή της λύσης, χωρίς καμία εγγύηση ότι αυτό θα εφαρμοστεί. Η πρότασή μας όπως υπαχθούν τα εδάφη αυτά υπό τον έλεγχο της Ειρηνευτικής Δύναμης και όχι του τουρκικού στρατού, έχει απορριφθεί.
Η απόκτηση περιουσιών ή αποζημιώσεων το συντομότερο που θα γίνει, είναι σε περίοδο τριών χρόνων μετά την υπογραφή της λύσης και πέντε χρόνων ή, περισσότερων, κατά απόφαση του Συμβουλίου Περιουσιών, και μέσα από μια περίπλοκη διαδικασία με πολλές ασάφειες και δυσμενείς οικονομικές πρόνοιες για την πλευρά μας. Το κόστος των αποζημιώσεων θα κληθούν να καταβάλουν στο μεγαλύτερο του μέρος οι Ελληνοκύπριοι. Εγείρονται σοβαρά ερωτήματα αν το Ομοσπονδιακό Κράτος που θα εγγυηθεί το ένα τρίτο των αποζημιώσεων, θα έχει το τεκμήριο έγκυρου εγγυητή για να μην σημειωθεί πτώση στην αξία των ομολόγων, όπως έγινε με το Χρηματιστήριο. Το ίδιο ισχύει και για τον Οργανισμό δανειοδότησης με υποθήκη για απόκτηση των περιουσιών Ελληνοκυπρίων που δεν θα επιστραφούν από Τουρκοκύπριους.
Πρόσφατα έχει αναχθεί σε μεγάλο θέμα και παρουσιάζεται ως σημαντική παραχώρηση προς τους Ελληνοκύπριους η ευχέρεια απόκτησης δευτερεύουσας κατοικίας στο Τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος. Ασφαλώς αυτό το δικαίωμα, θα είχε μεγάλη σημασία, αν ήταν αυτόματο και γενικό.
Δυστυχώς οι πρόνοιες του σχετικού Συνταγματικού Νόμου και της Πράξης Προσαρμογής που θα εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθορίζουν ότι αυτό το δικαίωμα δεν είναι αυτόματο.
Αντίθετα, το Τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος έχει δικαίωμα και ευχέρεια, με δικό του νόμο, να ρυθμίζει και να περιορίζει αυτό το δικαίωμα για μια δεκαπενταετία ή μέχρις ότου το ακαθάριστο εθνικό προϊόν του Τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους φθάσει στο 85% του κατά κεφαλήν εισοδήματος του Ελληνοκυπριακού συνιστώντος κράτους.
Η επιστροφή των προσφύγων υπό Τουρκοκυπριακή διοίκηση προβλέπεται να γίνει με τέτοια χρονοδιαγράμματα και ποσοστώσεις που δεν δημιουργούν συνθήκες ασφάλειας, για να μπορέσουν με βεβαιότητα οι πρόσφυγες μας να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, και να έχουν βεβαιότητα ότι θα έχουν ασφάλεια ή ότι θα έχουν σχολεία για τα 3, 10 ή 20 παιδιά τους. Και δυστυχώς δεν αποκτούν όλοι οι πρόσφυγές μας το αναφαίρετο δικαίωμα της επιστροφής. Επιπλέον, οι Ελληνοκύπριοι που θα ζουν στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος θα στερούνται των πολιτικών τους δικαιωμάτων και του δικαιώματος ψήφου για τη Γερουσία, κατά παράβαση κάθε δημοκρατικής αρχής.
Με το τελικό Σχέδιο Ανάν δεν ικανοποιήθηκαν οι Κύπριοι αλλά ικανοποιήθηκε απόλυτα η επιδίωξη της Τουρκίας να ελέγχει και να κηδεμονεύει την Κύπρο. Παραμένουν στην ουσία όλοι οι έποικοι, ενώ μετά από 19 χρόνια, εμφανής είναι η πιθανότητα της κατάργησης της παρέκκλισης του 5% Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων που θα μπορούν να εγκατασταθούν στην Κύπρο, με ορατό τον κίνδυνο για νόμιμο μαζικό εποικισμό της Κύπρου από την Τουρκία. Διότι η συνέχιση της διασφάλισης του 5%, μετά τα 19 χρόνια, θα εξαρτάται από την έγκριση νόμου από το Προεδρικό Συμβούλιο, τη Βουλή και τη Γερουσία, όπου χρειάζεται και η συναίνεση των αντίστοιχων Τουρκοκυπριακών μελών αυτών των οργάνων.
Η παραμονή έστω και μικρού αριθμού τουρκικών στρατευμάτων μόνιμα στην Κύπρο, με διευρυμένα παρεμβατικά δικαιώματα στο Ελληνοκυπριακό κρατίδιο χωρίς εγγυητικούς μηχανισμούς, ενώ εμείς θα έχουμε διαλύσει την Εθνική Φρουρά, δημιουργεί συνθήκες ανασφάλειας για τους Ελληνοκυπρίους. Τόσο ο εποικισμός όσο και η συνεχής παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, δεν εξυπηρετεί βέβαια ούτε τους Ελληνοκύπριους ούτε τους Τουρκοκύπριους, παρά μόνο την Τουρκία.
Μέσα από προσεκτική μελέτη των οικονομικών πτυχών του Σχεδίου Ανάν, διαπιστώνουμε ότι είναι αμφίβολη η οικονομική βιωσιμότητά του. Η εφαρμογή των σχετικών προνοιών συνεπάγεται δυσβάστακτες οικονομικές επιπτώσεις για τους Ελληνοκύπριους, ενώ η όλη δομή του Σχεδίου θα οδηγήσει, αν όχι σε κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας, σίγουρα σε σοβαρή οικονομική κρίση και επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των Ελληνοκυπρίων που με τόσες θυσίες οικοδομήσαμε.
Οι λειτουργικές αδυναμίες του Σχεδίου θέτουν, μεταξύ άλλων, σε κίνδυνο την ομαλή δραστηριότητα και συμμετοχή της Κύπρου, με μια φωνή, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ με πολλές θυσίες οι Ελληνοκύπριοι κατέκτησαν την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πολύ εύκολα μπορεί να οδηγηθούμε σε «αδρανοποίηση» της ένταξης μέχρι την υιοθέτηση όλων των απαραίτητων ομοσπονδιακών και περιφερειακών νομοτυπικών μέτρων ή της απώλειας των ωφελημάτων της ένταξης ή της αντιμετώπισης εμποδίων στη συμμετοχή της Κύπρου στην ΟΝΕ και τους άλλους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Με άλλα λόγια, το Σχέδιο Ανάν δεν καταλύει την de facto διχοτόμηση, αλλά, αντίθετα τη νομιμοποιεί και την εμβαθύνει. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θέλουμε τη λύση και επανένωση της πατρίδας μας. Διότι σε αυτό το ερώτημα, η καθολική απάντηση είναι «ναι». Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν το Σχέδιο Ανάν επιφέρει την επανένωση ή αν διαιωνίζει τη διαίρεση και, μάλιστα, με τη συγκατάθεση και υπογραφή μας.
Το Σχέδιο Ανάν, δεν οδηγεί στην επανένωση των δύο Κοινοτήτων αλλά αντίθετα προωθεί το μόνιμο διαχωρισμό με περιορισμούς στη διακίνηση, εγκατάσταση, στο δικαίωμα κτήσεως περιουσίας, στην άσκηση πολιτικών δικαιωμάτων και των άλλων χωριστικών στοιχείων του.
Ενώ η ενοποίηση της οικονομίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ενοποιητική δυναμική, με κοινούς οικονομικούς στόχους, κοινά οικονομικά προβλήματα, κοινούς αγώνες και ακόμη μελλοντικά οργάνωση των εργαζομένων σε κοινές συντεχνίες, κάτι που εξυπηρετούσε την Κύπρο, τελικά επιβλήθηκε χωριστή οικονομία. Δεν θα υπάρχει κοινή νομισματική, δημοσιονομική πολιτική και δεν θα επιτρέπονται επενδύσεις ελληνοκυπριακών επιχειρήσεων στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος.
Ο στόχος της επανένωσης της πατρίδας μας και του λαού της, δεν επιτυγχάνεται. Με τη μετατροπή των διαιρετικών προνοιών του Σχεδίου σε πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκλείπει ακόμη και η αμυδρή ελπίδα για εξέλιξη και βελτίωση μελλοντικά της λύσης. Ο στόχος της Τουρκοκυπριακής πλευράς για δύο λαούς, με δύο κράτη που θα ζουν χωριστά και απλά θα συνεργάζονται, επιτυγχάνεται απόλυτα.
Είναι σωστό ότι η διαδικασία διαπραγματεύσεων συνεπάγεται συμβιβασμούς. Μειώνοντας το χάσμα των διαφορετικών επιδιώξεων και των διαφορών. Μια διαδικασία «πάρε – δώσε».
Υπάρχουν πολλές πτυχές και πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν, για τις οποίες δεν είμαι ικανοποιημένος από τους συμβιβασμούς που επιβλήθηκαν, χωρίς κάν να προηγηθεί διαπραγμάτευση και με πλήρη παραγνώριση των δικών μας τεκμηριωμένων απαιτήσεων.
Δεν είμαι ικανοποιημένος, για παράδειγμα, από τη μείωση του αριθμού των εκτοπισμένων που θα επιστρέψουν.
Δεν είμαι ικανοποιημένος από τις ποιοτικές και ποσοστιαίες μειώσεις στα περιουσιακά δικαιώματα των νομίμων ιδιοκτητών περιουσιών στα κατεχόμενα.
Αυτά αποτελούν δυσμενέστερες πρόνοιες από αυτές που υπήρχαν στο Σχέδιο Ανάν Τρία ή στο Σχέδιο Ανάν Τέσσερα που το Εθνικό Συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν αποδεκτό ως λύση, αλλά μόνο ως βάση για διαπραγμάτευση, με στόχο τη βελτίωση αυτών των προνοιών. Τώρα αυτές οι πρόνοιες έχουν γίνει δυσμενέστερες για τους Ελληνοκύπριους.
Μας ζητούν να δεχθούμε αυτές τις πιο δυσμενείς προσαρμογές, μέσα στο πνεύμα του συμβιβασμού. Μας λένε ότι δεν μπορεί να προκύψει λύση, αν δεν γίνουν τέτοιοι οδυνηροί συμβιβασμοί, και ότι πρέπει να βρεθεί η μέση λύση.
Όμως, υπάρχουν θέματα αρχών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπου η «μέση λύση» δεν συνιστά τη σωστή απάντηση. Η ολοφάνερη και σωστή αρχή δεν είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης να μοιραστεί την περιουσία του με τον παράνομο εισβολέα ή να διεκδικήσει αποζημιώσεις για την αποστέρηση της περιουσίας του, που, μάλιστα, σε τελευταία ανάλυση, θα τις καταβάλει ο ίδιος, αφού το ένα τρίτο των αποζημιώσεων θα το εγγυηθεί το Ομοσπονδιακό Κράτος, οι πόροι του οποίου θα προέρχονται κατά τα εννέα δέκατα από Ελληνοκύπριους και μόνο το ένα δέκατο από τους Τουρκοκύπριους.
Το Σχέδιο Ανάν προνοεί ότι, μετά τα 19 χρόνια ή μέχρι την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όποιο συμβεί πρώτο, οι κατοικούντες αντίστοιχα, σε κάθε ένα από τα δύο συνιστώντα Κράτη οι οποίοι δεν έχουν ως μητρική γλώσσα την επίσημη γλώσσα του άλλου συνιστώντος Κράτους, δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού εκείνου του συνιστώντος Κράτους. Δηλαδή οι ομιλούντες την ελληνική γλώσσα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν το 1/3 του συνολικού πληθυσμού του τουρκοκυπριακού κρατιδίου.
Αυτό αν και είναι θετικό, εν τούτοις αξίζει να αναφερθεί ότι στα προηγούμενα Σχέδια Ανάν δεν υπήρχε ούτε ο χρονικός ούτε ο ποσοστιαίος περιορισμός του ενός τρίτου, από τη στιγμή που η Τουρκία θα καθίστατο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πρόσθετα, σύμφωνα με το Σχέδιο Ανάν, τώρα στο ένα τρίτο της έκτασης γης που θα μπορούν να αποκτήσουν οι Ελληνοκύπριοι στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος (και, αντίστοιχα, οι Τουρκοκύπριοι στο Ελληνοκυπριακό συνιστών Κράτος) προστίθεται και το κριτήριο «της αξίας» του ενός τρίτου και η προϋπόθεση ότι από αυτό το ένα τρίτο, εξαιρούνται οι περιουσίες στις οποίες δικαιούται ο σημερινός Τουρκοκύπριος χρήστης.
Οι πιο σοβαρές ανησυχίες και προβληματισμοί μου για το Σχέδιο Ανάν, δεν εστιάζονται στους συμβιβασμούς που προτάθηκαν ή επιβλήθηκαν, που πολλοί κρίνουν ως άδικους για την πλευρά μας.
Άλλωστε, εδώ και πολύ χρόνο, έχω πει ότι η οποιαδήποτε λύση που θα εξευρεθεί κάτω από τη σκιά και τα τετελεσμένα της εισβολής και της παρουσίας 35,000 τουρκικού στρατού στην Κύπρο, δεν μπορούσε να είναι δίκαιη. Αυτό το τίμημα, είμαστε έτοιμοι να το καταβάλουμε προκειμένου να βρεθεί λύση στο Κυπριακό. Αν, όμως, δεν μπορούσε να είναι δίκαιη η λύση, έπρεπε να επιδιώξουμε να είναι τουλάχιστο λειτουργική ώστε να είναι βιώσιμη.
Χωρίς λειτουργικότητα, χωρίς αποτελεσματική διαδικασία για επίλυση των αδιεξόδων σε ένα καθεστώς όπου οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με βάση ισοτιμίας, δηλαδή 50% με 50%, παρέχεται σε κάθε πλευρά η ευχέρεια και η δυνατότητα να δημιουργούν αδιέξοδα που θα οδηγούν σε παράλυση τις διοικητικές λειτουργίες του κράτους.
Μια παράλυση, που όταν συνεχίζεται, αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε διάλυση της κρατικής λειτουργίας, προτού κάν εφαρμοστεί η «νέα κατάσταση πραγμάτων», το νέο Κράτος.
Να θυμούμαστε πάντα, ότι εμείς δίνουμε από την επόμενη των δημοψηφισμάτων όλα και όσα επιδιώκει η Τουρκική πλευρά, και το Κράτος μας καταλύεται, ενώ εμείς θα αναμένουμε να εξασφαλίσουμε τα δικά μας ανταλλάγματα, όπως, επιστροφή εδαφών, περιουσίες και εγκατάσταση, στο μέλλον.
Από τριάμισι χρόνια για επιστροφή κατεχομένων εδαφών, σε πέντε χρόνια για την επανάκτηση περιουσίας ή αποζημίωσης για περιουσία στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος και από τρία μέχρι 19 χρόνια για σταδιακή επιστροφή στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος. Στο μεταξύ η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει εξαφανιστεί εικοσιτέσσερις ώρες μετά τα δημοψηφίσματα.
Οι σοβαρές ανησυχίες μου δεν είναι γι’ αυτά τα άδικα και αβέβαια.
Οι ανησυχίες μου εστιάζονται και οφείλονται στην αβεβαιότητα για τη νέα Κύπρο που θα προκύψει από αυτό το Σχέδιο Ανάν.
Από την ευχέρεια και τη δυνατότητα του νέου κράτους να εγκαθιδρυθεί και να λειτουργήσει. Από την ικανότητα του να διαδραματίσει το σωστό ρόλο του μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως εποικοδομητικό μέλος και όχι ως ενοχλητικός συνεταίρος. Από την ανησυχία μου αν το νέο καθεστώς θα μπορεί, λόγω των αδιεξόδων στη λήψη αποφάσεων, να έχει ρόλο και λόγο στα Ηνωμένα Έθνη και άλλα διεθνή βήματα.
Από την αγωνία μου αν η Κυβέρνηση του Ομοσπονδιακού κράτους, θα μπορεί να διασφαλίσει στους πολίτες του την οικονομική δυνατότητα και τις ευκαιρίες για ευημερία, ευμάρεια, ειρήνη και ασφάλεια σε ένα κράτος δικαίου, δημοκρατίας, συναίνεσης, που θα σέβεται και θα προασπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα του κάθε πολίτη.
Αντί αυτού, το Σχέδιο Ανάν, απαιτεί από μένα να απευθύνω επιστολή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την οποία να ζητώ να καταστεί η Ιδρυτική Συμφωνία πρωτογενές Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι που να εμποδίζεται ο κάθε Κύπριος πολίτης να διεκδικήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα του από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Ακόμη, απαιτεί, να απευθύνω άλλη επιστολή στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία να απαιτώ απόσυρση όλων των προσφυγών που πολίτες κατέθεσαν και εκκρεμούν σε αυτό το Δικαστήριο.
Δεν είναι δυνατό ούτε θεωρώ ότι μου είναι επιτρεπτό, ως θεματοφύλακας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κάθε πολίτη, να προβώ σε τέτοια ενέργεια που, στην ουσία, θα αφαιρεί από τον πολίτη το δικαίωμα να διεκδικήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα του που είναι κατοχυρωμένα με διεθνείς συνθήκες που έχει επικυρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία.
Με την ίδια υπευθυνότητα που πρέπει να αξιολογήσουμε τους κινδύνους από την υιοθέτηση του Σχεδίου Ανάν, πρέπει να μελετήσουμε και τις πιθανές επιπτώσεις από την απόρριψή του. Δεν συμμερίζομαι τις υπερβολές και τους εκβιασμούς που οι υποστηρικτές του Σχεδίου προβάλλουν στο λαό. Πρέπει να είμαστε έντιμοι και ειλικρινείς έναντι του λαού.
Λογικά υποβάλλεται το ερώτημα, ποιές θα είναι οι συνέπειες αν ο λαός στο δημοψήφισμα ψηφίσει «όχι».
Αν ο κυρίαρχος λαός με την ψήφο του απορρίψει το Σχέδιο, σε μια βδομάδα η Κυπριακή Δημοκρατία θα καταστεί πλήρες και ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πετύχουμε ένα στρατηγικό στόχο που από κοινού θέσαμε για να αναβαθμίσουμε και να θωρακίσουμε πολιτικά την Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι δογματισμός και υποδηλώνει άγνοια των κανόνων της διεθνούς πολιτικής, η άποψη ότι αυτή θα είναι η τελευταία πρωτοβουλία για λύση του Κυπριακού. Οι βασικοί παράμετροι που επέφεραν αυτή την πρωτοβουλία θα συνεχίσουν να υπάρχουν και μετά την 25η Απριλίου. Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι δεδομένη. Η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας επίσης θα συνεχιστεί και έτσι η Άγκυρα θα βρίσκεται υπό συνεχή αξιολόγηση για την υιοθέτηση και εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Το διεθνές ενδιαφέρον για εξομάλυνση και ειρήνευση της περιοχής μας θα συνεχίσει να υπάρχει.
Δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για αναγνώριση του ψευδοκράτους, από χώρες που έχουν σημασία, όπως είναι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί αυτές, έχουν, ήδη, υπογράψει με την Κυπριακή Δημοκρατία τη Συνθήκη Ένταξης που απαγορεύει τέτοια αναγνώριση. Όσα δε λέγονται για διεθνή απομόνωση αποτελούν εκβιασμό άνευ περιεχομένου. Η Κύπρος θα είναι η μόνη χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου με αναβαθμισμένο ρόλο αλλά και ευθύνες. Δεν θα επαναπαυθούμε, όμως, με την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δεν θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε για την επίλυση του Κυπριακού. Η ιστορία δεν τελειώνει την 1η Μαϊου. Θα συνεχίσουμε να αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες για λύση και να προωθούμε μέτρα στήριξης των συμπατριωτών μας Τουρκοκυπρίων.
Απευθυνόμενος στους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους, θέλω να υπογραμμίσω την πραγματική μας έγνοια για μια λύση που να εξυπηρετεί και τα δικά τους συμφέροντα. Ουδέποτε απέβλεψα σε φαλκίδευση ή στέρηση των δικαιωμάτων τους. Οι προτάσεις που κατέθεσα στις συνομιλίες και τα μέτρα στήριξής τους που εξήγγειλα πριν από ένα περίπου χρόνο, αποτελούν απτή απόδειξη. Αυτή μου η στάση πηγάζει από την ειλικρινή μου πεποίθηση, ότι ο σεβασμός της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων τους, η παραχώρηση σ΄ αυτούς ακόμη περισσοτέρων δικαιωμάτων για να νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια, η αναγνώριση και η ισοτιμία τους, η ισομερής πρόοδος και ευημερία τους, αποτελούν θεμελιακές προϋποθέσεις για την ειρήνη και την ομαλότητα στην Κύπρο. Γι΄ αυτό και θα αποτελούν μόνιμο στόχο της πολιτικής μας. Εμείς δεν έχουμε ένσταση, αντίθετα υποστηρίζουμε τις προσδοκίες της Τουρκίας για καθορισμό σύντομης ημερομηνίας έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Διότι μια Τουρκία που θα βρίσκεται στη διαδικασία ενταξιακών συνομιλιών, θα βρίσκεται κάτω από συνεχή πίεση, και δική μας, να αποδεικνύει συνεχώς ότι συμπεριφέρεται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είμαστε πάντα έτοιμοι για μετάλλαξη του σημερινού Κράτους σε Ομοσπονδία που θα διέπεται καθοριστικά από δημοκρατικές αρχές και από πλήρη σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Εγγύηση για την ειλικρίνεια αυτών των προσανατολισμών μας αποτελεί η ένταξή μας στον πολιτικό σύστημα και τις αρχές δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η εγγύηση καλύπτει αξιόπιστα και τους Τουρκοκυπρίους και τις ανάγκες ασφάλειας της Τουρκίας.
Εκείνο που ζητώ από τους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους να κατανοήσουν είναι ότι, όσο δεν δέχομαι να καταπατηθούν τα δικά τους δικαιώματα και συμφέροντα, άλλο τόσο οφείλω να υπερασπιστώ τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων.
Τις πιθανές συνέπειες από την απόρριψη του Σχεδίου, πρέπει να τις αντιπαραθέσουμε με τους κινδύνους που εμπερικλείει το Σχέδιο Ανάν όπως τους προανέφερα. Θα πρέπει ακόμη να μας προβληματίσει το τίμημα που καλούμαστε να πληρώσουμε με την αποδοχή ενός Σχεδίου που αδικεί τον Κυπριακό Ελληνισμό και δεν παρέχει σοβαρά εχέγγυα λειτουργικότητας και βιωσιμότητας. Καλούμαστε να καταλύσουμε την Κυπριακή Δημοκρατία, το μόνο έρεισμα ασφάλειας του λαού μας και εγγύηση της ιστορικής μας φυσιογνωμίας. Να καταλύσουμε την διεθνώς αναγνωρισμένη κρατική μας οντότητα ακριβώς στη στιγμή που ενισχύεται η διεθνής πολιτική της βαρύτητα, με την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οφείλουμε να εκτιμήσουμε με σοβαρότητα τους κινδύνους από μια πιθανή κατάρρευση της νέας κατάστασης πραγμάτων, γιατί τα δεδομένα που θα δημιουργηθούν δεν θα είναι αναστρέψιμα. Κατάρρευση του Ομόσπονδου Κράτους θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σ΄ αυτό που όλοι θέλουμε να αποφύγουμε: στη διχοτόμηση μέσα από τη διεθνή αναγνώριση των δύο συνιστώντων Κρατών.
Ελληνικέ κυπριακέ λαέ,
Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εκλεγμένος εκπρόσωπος της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας, ανέλαβα τη βαριά ευθύνη της διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων. Αισθάνομαι βαρύ το χρέος να δηλώσω δημόσια, με ειλικρίνεια και παρρησία τη δική μου αποτίμηση και τη δική μου απόφαση.
Ανέλαβα εξουσία, με εντολή όπως διαπραγματευθώ λύση του Κυπριακού προβλήματος βάσει του Σχεδίου Ανάν, όχι όμως και με εντολή να προσυπογράψω οποιαδήποτε λύση ήθελε προκύψει από τις διαπραγματεύσεις.
Εντολή συμμετοχής στη διακυβέρνηση της χώρας, βάσει του νέου Συντάγματος το οποίο θα προκύψει, δεν έχω, ούτε θα μπορούσε να μου είχε ανατεθεί τέτοια εντολή. Ούτε έχω εντολή να προσυπογράψω οποιοδήποτε νέο Σύνταγμα, το οποίο θα τεθεί προς κρίση από το λαό. Μόνο ο Πρόεδρος, στον οποίο ρητά παρέχεται εντολή να θέσει την προτεινόμενη μεταμόρφωση της Πολιτείας σε δημοψήφισμα, δικαιούται να προσυπογράψει το νέο Σύνταγμα, ως αντικείμενο κρίσης από το λαό. Πέραν τούτου, εντολή του λαού είναι απαραίτητη για την άσκηση της συμπροεδρίας στη διακυβέρνηση της χώρας με τους προτεινόμενους νέους θεσμούς.
Τα συναισθήματά μου δεν είναι διαφορετικά από τα δικά σας. Στην υπηρεσία σας έχω τάξει τον εαυτό μου και πριν αλλά ιδιαιτέρως από την ανάδειξή μου στην προεδρία της Κυπριακής Πολιτείας. Στόχος και γνώμονας της κάθε πράξης μου είναι το συμφέρον του λαού και τίποτε άλλο, με αφοσίωση και πλήρη ανάληψη των ευθυνών μου και με παρρησία λόγου και έργου. Η τελική απόφαση ήταν πάντα και παραμένει δική σας. Η ετυμηγορία σας θα εκφραστεί στο Δημοψήφισμα της 24ης του Απρίλη.
Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα αλλά και με πλήρη συναίσθηση της ιστορικότητας των στιγμών και το βάρος της ευθύνης που μου αναλογεί, λυπούμαι ειλικρινά, γιατί δεν μπορώ να αποδεχθώ και να υπογράψω το Σχέδιο Ανάν όπως, τελικά, διαμορφώθηκε.
Παρέλαβα Κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν θα παραδώσω «Κοινότητα» χωρίς δικαίωμα λόγου διεθνώς και σε αναζήτηση κηδεμόνα. Και όλα αυτά έναντι κενών, παραπλανητικών, δήθεν, προσδοκιών. Έναντι της ανεδαφικής ψευδαίσθησης ότι η Τουρκία θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
Συμπατριώτισσες, συμπατριώτες,
Στις 24 Απριλίου θα τοποθετηθείτε με ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ στο σχέδιο Ανάν. Θα αποφασίσετε για το παρόν και το μέλλον της Κύπρου. Για τη γενιά μας, αλλά και τις γενιές που θα έρθουν μετά από εμάς.
Έχω εμπιστοσύνη στην κρίση σας.
Είμαι βέβαιος ότι δεν σας αγγίζουν ψεύτικα διλήμματα.
Ότι δεν σας τρομάζουν απειλές για δήθεν διεθνή απομόνωση.
Ότι δεν σας πείθουν τα περί δήθεν τελευταίας ευκαιρίας.
Είμαι βέβαιος ότι εξακολουθούν να έχουν για σας νόημα οι ηθικές αρχές και αξίες του λαού μας, του πολιτισμού και του εθνικού ιστορικού μας βίου, τον οποίο θέλετε να συνεχίσουμε με ασφάλεια, δικαιοσύνη, ελευθερία και ειρήνη.
Ελληνικέ κυπριακέ λαέ,
Στη ζυγαριά του ΝΑΙ και του ΟΧΙ, πολύ βαρύτερες και πολύ πιο επαχθείς θα είναι οι συνέπειες του ΝΑΙ.
Σε καλώ να απορρίψεις το Σχέδιο Ανάν.
Σε καλώ να πείς στις 24 του Απρίλη ένα δυνατό ΟΧΙ.
Σε καλώ να υπερασπιστείς το δίκαιο, την αξιοπρέπεια και την ιστορία σου.
Με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην Ιστορία, στο παρόν και το μέλλον της Κύπρου και του λαού μας, σε καλώ να μην υποθηκεύσεις το μέλλον στην πολιτική βούληση της Τουρκίας. Να προασπιστείς την Κυπριακή Δημοκρατία, λέγοντας ΟΧΙ στη κατάλυσή της. Να συστρατευτείς για μια νέα πιο ελπιδοφόρα πορεία επανένωσης της πατρίδας μας μέσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Καλή Ανάσταση σε όλους!
Σημείωση e-Amyna: Η τελευταία παράγραφος του διαγγέλματος δεν εκφωνήθηκε ποτέ, προφανώς λόγω συγκίνησης.

e-Amyna 

Ινφογνώμων Πολιτικά

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

Και ο Εφιάλτης από πολιτική άποψη το έκανε, κύριοι 152 που ετοιμάζεστε να ψηφίσετε το έκτρωμα των Πρεσπών - Νέος κατάλογος με 152 Εφιάλτες

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε. 
Του Σάββα Καλεντερίδη
Τον Οκτώβριο του 2017 ο Έλληνας πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών κ. Κοτζιά, επισκέφθηκε την Ουάσιγκτον, οπότε οι Έλληνες υπουργοί, βουλευτές και πολίτες, ακούσαμε για πρώτη φορά από το στόμα του προέδρου των ΗΠΑ κ. Τραμπ, ότι η Ελλάδα θα πληρώσει 1,5 δις δολάρια για τον εκσυγχρονισμό των αεροσκαφών F-16 και ότι με τη συμφωνία αυτή θα συνεχίσουν να έχουν δουλειά μερικές εκατοντάδες Αμερικανοί. Χωρίς το θέμα να έχει περάσει από την Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας, το Υπουργικό Συμβούλιο και το ΚΥΣΕΑ.
Πρώτα το ανακοίνωσε ο Τραμπ και μετά ακολουθήθηκε η αντίστροφη διαδικασία, σαν τον κάβουρα, λες και έπρεπε να αποδείξουμε ότι η Ελλάδα είναι… μπανανία.
Με την επιστροφή του διδύμου Τσίπρα-Κοτζιά από την Ουάσιγκτον, έγιναν τα εξής:
  •  Επίσκεψη Κοτζιά στην Άγκυρα
  •  Συνάντηση Κοτζιά με τον ΥΠΕΞ των Σκοπίων
  •  Συνάντηση Κοτζιά με τον ΥΠΕΞ της Αλβανίας
Μετά από τα παραπάνω ακολούθησαν τα εξής:
  • Η κάκιστα οργανωμένη επίσκεψη-φιάσκο Ερντογάν στην Αθήνα, όπου ο αγαπητός Ταγίπ μας επανέλαβε κατάμουτρα τις επιθετικές βλέψεις της Τουρκίας.
  • Η έναρξη των συνομιλιών για την επίλυση του ονοματολογικού με τα Σκόπια.
  • Η έναρξη συνομιλιών με την Αλβανία, για μια συμφωνία-πακέτο στα ελληνοαλβανικά.
  • Η επίσκεψη Ερντογάν έγινε για να προετοιμαστεί το έδαφος και να πειστεί ο Τούρκος πρόεδρος να δεχτεί μια λύση του Κυπριακού. Στόχος του διεθνούς παράγοντα είναι να «λυθεί» το Κυπριακό, να μπει η υπογραφή Ερντογάν, για να ξεκαθαρίσει το τι ανήκει σε ποιον στην ανατολική Μεσόγειο και να συνεχιστούν απρόσκοπτα από τούδε και στο εξής οι διαδικασίες έρευνας και εκμετάλλευσης των ενεργειακών αποθεμάτων στην περιοχή. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την ίδια επιδίωξη που είχε ο διεθνής παράγων με το Σχέδιο Ανάν. Απέτυχε με το Σχέδιο Ανάν, ξαναδοκίμασε στο Κραν Μοντανά, έπρεπε να ξαναδοκιμάσει. Η επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα απέτυχε, όμως η Ελλάδα δεν το βάζει κάτω. Ο κ. Τσίπρας θα συνεχίσει να αναζητεί λύση στο Κυπριακό, κατά πώς εξηγήθηκε παραπάνω. Γι’ αυτό και η επίσκεψη στην Άγκυρα, τον επόμενο μήνα.
Παρότι η πρώτη συνάντηση Κοτζιά – Ντιμιτρόφ έλαβε χώρα τις 14.6.2017, το… εναρκτήριο λάκτισμα για την έναρξη συνομιλιών δόθηκε τις 11 Ιανουαρίου 2018, όταν ο Έλληνας ΥΠΕΞ, αιφνιδίως ανακοίνωνε θα συναντηθεί με τον Σκοπιανό ομόλογό του Νικολά Ντιμιτρώφ, χωρίς να αναφέρεται ούτε η ώρα ούτε… ο τόπος της συνάντησης!
Η συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών έγινε δύο ημέρες μετά την επίσκεψη στην Αθήνα του αναπληρωτή πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ (και επικεφαλής του αλβανικού συγκυβερνώντος κόμματος)Μπουγιάρ Οσμάνι και έξι ημέρες πριν από την έλευση στα Σκόπια του Γ.Γ. του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ.
Στη συνέχεια ακολούθησαν αλλεπάλληλες συναντήσεις, με τη συμμετοχή σε κάποιες απ’ αυτές του Μάθιου Νίμιτς, για να φθάσουμε στις 17 Ιουνίου 2018, ημέρα υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Μέχρι τότε δεν είχαμε ενημέρωση για το είδος και το περιεχόμενο της συμφωνίας ούτε της Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας, ούτε του Υπουργικού Συμβουλίου, ούτε των κομμάτων της Αντιπολίτευσης.
Δηλαδή, για τη συμφωνία ήξεραν οι Σκοπιανοί, οι Αλβανοί των Σκοπίων, οι Αλβανοί της Αλβανίας και ενδεχομένων του Κοσυφοπεδίου και δεν γνώριζαν τίποτα οι Έλληνες πολιτικοί, βουλευτές και πολίτες.
Να θυμίσω στους αναγνώστες μας ότι πριν την υπογραφή της, για τη συμφωνία ενημερωνόμασταν απόδημοσιεύματα κυρίως του αλβανικού τύπου.
Αν αναρωτιέται κανείς ποια διαδικασία ακολουθήθηκε στα Σκόπια, ο Ζάεφ ενημέρωσε πέντε φορές τους πολιτικούς αρχηγούς για την πορεία των συνομιλιών, μέχρι να πάει να υπογράψει στις Πρέσπες και να πει εκείνο το αμίμητο «Εμείς οι Μακεδόνες κι εσείς οι Έλληνες», με τον Έλληνα πρωθυπουργό, τον υπουργό Εξωτερικών και τον Περιφερειάρχη Δυτικής Μακεδονίας να τον κοιτούν σαν… χάνοι.
Σήμερα Πέμπτη, μια μέρα μετά την εξευτελιστική διαδικασία στη Βουλή, για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, όπου οι αποστάτες από τα κόμματα και τις ιδέες τους έκριναν το αποτέλεσμα, ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής κ. Παππάς, δήλωσε: «Κατά τη δική μου εκτίμηση συμφωνία θα πάρει απόλυτη πλειοψηφία και η χώρα δεν θα γίνει ρεντίκολο διεθνώς.»
Μην τους πιστεύετε ή μάλλον να πιστεύετε τα αντίθετα από εκείνα που λένε.
Η Ελλάδα έγινε «ρεντίκολο διεθνώς» όταν Τσίπρας, Κοτζιάς και Καρυπίδης δέχτηκαν αδιαμαρτύρητα το «Εμείς οι Μακεδόνες κι εσείς οι Έλληνες», 
-η Ελλάδα εξευτελίστηκε με την επίσκεψη Μέρκελ, λίγες μέρες πριν την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, 
-η Ελλάδα εξευτελίζεται με τα κοινοβουλευτικά τερτίπια και πραξικοπήματα που λαμβάνουν χώρα τις τελευταίες μέρες μετά τα Σκόπια και στην ώρα μας, 
-η Ελλάδα εξευτελίζεται γιατί αναγνωρίζει την ύπαρξη «μακεδονικού λαού», κάτι που αρνείται να πράξει η Βουλγαρία, για τους δικούς τους λόγους.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα εξευτελίζεται διεθνώς γιατί δεν υπερασπίζεται την ιστορία της, την ταυτότητά της, τα εθνικά της συμφέροντα και τα εκχωρεί με μια επαίσχυντη προδοτική συμφωνία στα Σκόπια.
Για να αντιληφθεί ο αναγνώστης μας το μέγεθος του εξευτελισμού, αρκεί να σκεφθεί ότι στην ίδια Ρηματική Διακοίνωση που έστειλαν οι Σκοπιανοί στην Ελλάδα, για τη συνταγματική αναθεώρηση, ενώ προβαίνουν σε διευκρινιστικές δηλώσεις ότι «Η ιθαγένεια δεν καθορίζει ούτε προκαθορίζει εθνότητα» και ότι «η γλώσσα ανήκει στη νοτιοσλαβική οικογένεια γλωσσών», όταν αναφέρονται στις συνταγματικές τροποποιήσεις, μιλούν για «μακεδονικό λαό και μέρος του αλβανικού λαού, του βλαχικού λαού, του τουρκικού λαού» που κατοικεί στη χώρα.
Δηλαδή, μας εμπαίζουν μέσα στο ίδιο το έγγραφο. Από τη μια βάζουν δυο διευκρινήσεις, όπως τους τις έδωσε το ελληνικό ΥΠΕΞ, για να έχουν επιχειρήματα και να κρύψουν την επιχειρούμενη προδοσία οι Έλληνες βουλευτές που θα ψηφίσουν την επαίσχυντη συμφωνία, και από την άλλη μιλάνε φόρα παρτίδα για «μακεδονικό λαό». Όσο για τον άλλον εμπαιγμό, τι είναι αυτό με την «νοτιοσλαβική οικογένεια γλωσσών». Υπάρχει μέλος σε «νιοτιοσλαβική οικογένεια» με μακεδονική ταυτότητα;
Πολλοί βουλευτές, μιλούν για πολιτική άποψη, όταν θέλουν να επιχειρηματολογήσουν ότι θα ψηφίσουν υπέρ τη συμφωνία.
Και ο Εφιάλτης, αν ζούσε, κάτι τέτοιο θα έλεγε «από πολιτική άποψη κι εγώ οδήγησα τους Πέρσες μέσω Καλλίδρομου όρους στα νώτα των 300 Σπαρτιατών και των 700 Θεσπιέων».
Μόνο που από τότε, μετά την προδοσία στις Θερμοπύλες, κανείς Έλληνας δεν διανοήθηκε να βάλει στο παιδί του το όνομα Εφιάλτης.
Τώρα ετοιμάζονται να μπουν στον κατάλογο 152 βουλευτές.
Θα τους περιποιηθεί καλά η Ιστορία, να είναι σίγουροι.

Σημείωση: Για όσους έχουν αμφιβολία για το ότι δεν έγινε καμία διαπραγμάτευση και ότι τα δώσαμε όλα, χωρίς να πάρουμε τίποτα, παραθέτουμε το τηλεγράφημα της 29ης Ιουλίου 2008 της Αμερικανίδας πρεσβευτού στα Σκόπια, Τζίλιαν Μιλοβάνοβιτς, το οποίο παρουσιάζει τα συμπεράσματά της από τις επαφές με τη σκοπιανή ηγεσία. Το τηλεγράφημα τιτλοφορείται «Μακεδονία/Ελλάδα: Τι χρειάζονται οι Μακεδόνες για την επίλυση του προβλήματος της ονομασίας».
«Στοιχεία της Λύσης»: «ΟΝΟΜΑ: Republic of Northern Macedonia (ή Republic of North Macedonia)
-Ταυτότητα: Η γλώσσα και η εθνικότητα θα αποκαλούνται μακεδονική, αλλά αυτό θα μπορούσε να γίνει με σιωπηρούς χειρισμούς… Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η Μακεδονία χρειάζεται διαβεβαίωση ότι η γλώσσα και η εθνικότητά τους θα συνέχιζαν να ονομάζονται μακεδονική και όχι βορειομακεδονική».


Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα δημοκρατία και το Pontos-news

Ινφογνώμων Πολιτικά