Powered By Blogger
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κoυβέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κoυβέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Γιατί ο Τσίπρας επιβίωσε και στις δύο πολιτικές μάχες

koutras_xaralampos


Μπάμπης Κούτρας



H επιβίωση της κυβέρνησης από την τελευταία 

πολιτική κρίση και η διαφαινόμενη υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών, παρά την αντίθεση 

της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινής γνώμης, είναι ασφαλώς μια «επιτυχία» του κ. Τσίπρα. 

Οι εντυπώσεις μπορεί να χάθηκαν, η διαδικασία 

μπορεί να ευτελίστηκε, υπουργοί και βουλευτές 

μπορεί να εξευτελίζονται, τρία μικρά κόμματα 

μπορεί να διαλύθηκαν και ένα ακόμη 

μπορεί να κινδυνεύει, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία

Η Ιστορία έγραψε. Η κυβέρνηση με δημοσκοπικό ποσοστό κοντά στο 20% 
παρέτεινε τη θητεία της μέχρι τον Μάιο και αν διαπιστωθεί ότι η ημερομηνία 
αυτή δεν τη διευκολύνει εκλογικά θα συνεχίσει μέχρι τον Οκτώβριο. 
Και το ξεπούλημα του ονόματος της Μακεδονίας θα ολοκληρωθεί 
σε βάρος των διαχρονικών εθνικών συμφερόντων και της βούλησης του λαού. 

Η «επιτυχία» του κ. Τσίπρα έχει εξήγηση. Το «παλαιό πολιτικό σύστημα», 
όπως του αρέσει να το χαρακτηρίζει ο ίδιος, δεν μπόρεσε να βρει τα διανοητικά
 και πολιτικά εργαλεία για να κατανοήσει τον ΣΥΡΙΖΑ. Και αφού δεν μπόρεσε 
να τον κατανοήσει, αδυνατεί να προσαρμόσει τη στρατηγική του και να
 σχεδιάσει την τακτική του απέναντι σε μια δημοκρατικά μεν εκλεγμένη κυβέρνηση, 
που στα δύσκολα δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει «καθεστωτικές» μεθόδους. 

Ας αρχίσουμε από τα απλά. Ακουσα πολλές φορές τον πρωθυπουργό 
να μιλά για την ανάγκη «πολιτικής σταθερότητας»! Πότε ακριβώς 
ανακάλυψε τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας ο κ. Τσίπρας; 
Το 2014 όταν με κραυγές και ψιθύρους για δήθεν χρηματισμό 
βουλευτών μπλόκαρε την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, 
έριξε την κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου, ένα βήμα πριν βγούμε
 από τα μνημόνια, για να φέρει μετά ο ίδιος το τρίτο, αχρείαστο 
αλλά πλέον επώδυνο μνημόνιο;

Αφού ο έμπειρος Κουβέλης δεν κατάλαβε την παγίδα, που είχε
 και εμπειρία από Αριστερά και προτίμησε αντί για Πρόεδρος
 της Δημοκρατίας να γίνει αναπληρωτής υπουργός του Καμμένου, 
θα την καταλάβει ο Σταύρος που δεν ξέρει και πολλά 
από εφαρμοσμένη πολιτική; Και πού στηρίζεται ακριβώς 
η πολιτική σταθερότητα; Στην προγραμματική σύγκλιση 
δύο κομμάτων, που μπορεί μέχρι χθες να ήταν αντίπαλα 
αλλά η κοινωνία επέβαλλε τη συνεργασία τους, ή στο 
«ναι» επτά δανεικών βουλευτών από τέσσερα 
διαφορετικά κόμματα για να στηθεί μια πλειοψηφία-κουρελού;

Πότε ακριβώς ανακάλυψε ο πρωθυπουργός ότι 
οι βουλευτές πρέπει να ψηφίζουν με βάση
 τη συνείδησή τους; Μόνο όταν η ψήφος είναι υπέρ της 
σημερινής κυβέρνησης και των επιλογών της ή αυτό ισχύει 
πάντα και σε κάθε περίπτωση; Και αν ισχύει για όλους και 
πάντα, γιατί ο δύστυχος Γαβριήλ Σακελλαρίδης πιέστηκε 
και λοιδορήθηκε όσο κανείς άλλος από τους συντρόφους
 του μη τυχόν και δεν παραδώσει την έδρα του; Και ναι μεν 
ο Σακελλαρίδης παραιτήθηκε, όχι όμως και ο Δανέλλης ή 
η Κουντουρά και ο Κόκκαλης (καλά, για τον Παπαχριστόπουλο 
δεν συζητάμε). Δεν πιστεύω ότι ο Σακελλαρίδης είχε περισσότερη 
πολιτική ηθική από τον Δανέλλη ή τον Λυκούδη. 
Είναι ο ασφυκτικός κλοιός από συκοφαντίες, εκβιασμούς και
 απειλές που ο ΣΥΡΙΖΑ ξέρει και μπορεί να δημιουργήσει γύρω τους,
 αναγκάζοντας ακόμη και τους μέχρι πρότινος πολιτικούς 
αντιπάλους να πράξουν αυτό το οποίο εκείνος επιθυμεί. 

Ικανοί οι ίδιοι να κάνουν κάθε κωλοτούμπα και να υπογράψουν 
τα πάντα, έχουν αναπτύξει μια τακτική που ενοχοποιεί βαριά 
όποιον τολμά να διατυπώσει αντίθετη γνώμη. Ο πρωθυπουργός 
που μέσα σε μια νύχτα έκανε το «όχι» ενός δημοψηφίσματος 
«ναι» έφτασε στο σημείο να κατηγορεί από το βήμα της Βουλής 
ως «πολιτικά αγύρτες, αναξιόπιστους και επικίνδυνους για τον τόπο 
όσους αλλάζουν τη θέση τους με μοναδικό γνώμονα
 την αντιπολιτευτική στρατηγική τους». 

Φτάσαμε στο σημείο να διαμαρτύρονται οι Συριζαίοι 
για φραστική και ψυχολογική βία και να συλλαμβάνουν 
αφισοκολλητές για τη συμφωνία με τα Σκόπια, όταν είναι 
το κόμμα που γεννήθηκε μέσα στις αφίσες, διακρίθηκε για 
τον πολιτικό ακτιβισμό, προπηλάκισε τον Πρόεδρο 
της Δημοκρατίας στην εθνική εορτή, έστησε κρεμάλες 
για τους πολιτικούς αντιπάλους και επικήρυξε 
ως γερμανοτσολιάδες όσους συνομιλούσαν με τη Μέρκελ. 
Εκλεγμένοι βουλευτές που τον Δεκέμβριο του 2014 φοβήθηκαν
 τη λάσπη του χρηματισμού και δεν τόλμησαν να
 ψηφίσουν Πρόεδρο Δημοκρατίας, πώς έγινε και τώρα στηρίζουν 
την επαίσχυντη Συμφωνία των Πρεσπών, όταν 
ο κόσμος βοά για την πιεστική πολιτική και την
 οικονομική αρωγή πρεσβειών; Ποιος «καθαρίζει» και με ποιον τρόπο; 

Η αντιπολίτευση ηττήθηκε στις δύο αυτές αναμετρήσεις
 από την κυβέρνηση. Με ποδοσφαιρικούς όρους έπαιξε 
ωραία μπάλα, αλλά δεν κατάφερε να σκοράρει. Και όταν 
η μπάλα είναι στο πέναλτι και δεν πάει στα δίχτυα, 
ματαιοπονείς αν πιστεύεις ότι θα βάλεις γκολ 
από το κέντρο του γηπέδου. Για μία ακόμη φορά φάνηκε 
ότι δεν έχει διαβάσει τον αντίπαλό της. Σκέφτεται και 
αντιδρά «μηχανιστικά», όπως έλεγαν παλαιότερα 
στα μαθήματα κομμουνιστικής καθοδήγησης. Και 
αυτό είναι μάταιο. Η κυβέρνηση δεν πρόκειται να πέσει 
με τη θεωρία του «ώριμου φρούτου», όπως έγινε με 
όλες τις άλλες κυβερνήσεις τα τελευταία 40 χρόνια. 
Αν τα κόμματα του λεγόμενου «δημοκρατικού τόξου» 
δεν κατανοήσουν την καθεστωτική «διαλεκτική»
 της κυβέρνησης Τσίπρα και δεν αντιδράσουν ανάλογα, 
θα βρεθούν σύντομα μπροστά σε νέες εκπλήξεις. 
Οι ψευδαισθήσεις του Σταύρου (ξεκίνησε να σώσει την
 Ελλάδα και βρίσκεται χωρίς βουλευτές και κόμμα)
 που νομίζει ότι στηρίζει τις εθνικές θέσεις 
και αντιπολιτεύεται τον Τσίπρα θα αποδειχθούν μεταδοτικές...

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2015

Οραματικός μηδενισμός, εθνομηδενισμός, εμφύλιος

  by diaxeiristis

ΟΡΑΜΑΤΙΚΟΣ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ, ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ, ΕΜΦΥΛΙΑ ΔΙΑΜΑΧΗ
του Γιώργου Καραμπελιά
Εάν η υπόθεση δεν ήταν τραγική, η διακυβέρνηση έξι μηνών των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα ήταν η μεγαλύτερη opera buffa που παίχτηκε ποτέ στην Ελλάδα. Και το τραγικότερο ή κωμικότερο είναι πως οι θεατές το εκλάμβαναν ως σοβαρή πρόζα ή ίσως και τραγωδία. Πρόκειται για τον ορισμό του κωμικοτραγικού. Μια σειρά από αστείες προσωπικότητες, κομπάρσοι και καμποτίνοι, παίζουν σε ένα σοβαρό, τραγικό έργο και προκαλούν, αθέλητα, γέλωτα (μαζί με κλάματα) στους θεατές, παρά την τραγικότητα του έργου.
Μια ομάδα, η οποία εκτινάχθηκε στο πολιτικό προσκήνιο της χώρας πριν από τρία χρόνια ακριβώς, τον Μάιο-Ιούνιο 2012, εξαιτίας της κατάρρευσης του μεγάλου αδελφού της, του ΠΑΣΟΚ, έπεισε σταδιακώς τους Έλληνες αλλά και την ευρωπαϊκή και παγκόσμια κοινή γνώμη, πως εκπροσωπεί μια πολύ σοβαρή και αξιόλογη πρόταση για την «ευρωπαϊκή αριστερά» στο σύνολό της. Και γιατί όχι, άλλωστε. Εδώ ο Σλαβόι Ζίζεκ, ένας κλόουν της φιλοσοφίας, έχει πείσει ολόκληρο τον πλανήτη πως αποτελεί τον διάδοχο του… Ζαν Πωλ Σαρτρ, γιατί λοιπόν ο Τσίπρας να μην αποτελέσει τον διάδοχο του… Κον Μπεντίτ; Καθόλου τυχαία, εξάλλου, αυτοί οι δύο, Τσίπρας και Ζίζεκ, συνέδεσαν σφικτά τις τύχες τους τα τελευταία χρόνια.
Πολλοί αξιόλογοι συγγραφείς και στοχαστές έχουν περιγράψει την καταστροφή του Λόγου και της σκέψης που έχει προκαλέσει η λεγόμενη μεταμοντέρνα κατάσταση, δηλαδή ο συμφυρμός των πάντων σε ένα άθροισμα όπου κουμάντο κάνουν εν τέλει τα ΜΜΕ και όσοι κρατάνε τα ηνία πίσω τους.
Πολλοί έχουν επισημάνει την ανάδυση του εφήμερου και του ασήμαντου στο προσκήνιο, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά ολόκληρου του δυτικού κόσμου, την εποχή της βαθύτερης παρακμής του. Εξάλλου, ο γνωστότερος Έλληνας καθηγητής «φιλοσοφίας», ο Θεοδόσης Πελεγρίνης, φίλος και αυτός του Αλέξη Τσίπρα, διακρίνεται για τις θεατρικές επιδόσεις του στον… Άμλετ, ως κωμωδία!
Το συνολικό πλαίσιο της ανάδυσης αυτού του μορφώματος το έχουμε περιγράψει σε αναρίθμητες ευκαιρίες, τα προηγούμενα χρόνια, μήνες και ημέρες, ώστε να μη χρειάζεται να επανέλθουμε αναλυτικά. Ωστόσο, αξίζει να εμβαθύνουμε λίγο στα ιδεολογικά και πολιτικά του χαρακτηριστικά.
Ο οραματικός και εθνικός μηδενισμός
Η κεντρική ιδεολογική κατεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ έχει διαμορφωθεί από τον μηδενισμό, σε όλες του τις εκφάνσεις.
Αφετηρία του υπήρξε το τέλος και η κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, στα τέλη της δεκαετίας του 1980 –αρχικώς του σοβιετικού και εν συνεχεία και του κινεζικού –, γεγονός που άφησε την αριστερά «ορφανή» από οράματα και στόχους. Ακόμα και το ΚΚΕ, για πάρα πολλά χρόνια, δεν τολμούσε να διατυπώσει κάποια συγκεκριμένη πρόταση επιστροφής στον χαμένο σοσιαλιστικό παράδεισο. Ιδιαίτερα στον χώρο της εκτός ΚΚΕ αριστεράς, από τον Συνασπισμό έως τον Αριστερισμό, αναπτύσσεται και αποκτά κεντρικό χαρακτήρα υποκατάστατου του ελλείποντος οράματος, η ιδεολογία των δικαιωμάτων, η οποία δεν εντάσσεται σε ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό πρόταγμα, αλλά επιδιώκει τη διεύρυνση των κάθε είδους δικαιωμάτων (ατομικών, μειονοτικών, φύλου και φυλής, δικαιωμάτων της φύσης κ.λπ. κ.λπ.), μέσα σε ένα συνολικά καπιταλιστικό, εν τέλει, αλλά περισσότερο φιλελεύθερο μόρφωμα. Προκειται δηλαδή για μια ιδεολογία καταναλωτικού και όχι παραγωγικού χαρακτήρα. Δηλαδή, δεν θέτουμε ένα πρόταγμα αλλαγής της κοινωνίας, επί τη βάσει της οποίας πραγματοποιούνται ως φυσική συνέπεια και αλλαγές στο συνολικό «εποικοδόμημα», αλλά επιζητούμε αλλαγές στη διανομή και τη διαχείριση, διατηρώντας αλώβητη τη “βάση”, δηλαδή την κοινωνική μορφή. Εκεί εξάλλου βρίσκεται και η πηγή του κωμικοτραγικού χαρακτήρα του εγχειρήματος, όλα διεξάγονται στο επίπεδο της επικοινωνιακής επιφάνειας, εξ ού η Ραχήλ Μακρή, ο Λεουτσάκος και ο Τσίπρας. Εξ ου και η υποκατάσταση του πολιτικού ριζοσπαστισμού με τον… ενδυματολογικό ψευδοριζοσπαστισμό βορείων προαστείων, τον αγραβάτωτο Τσίπρα και τις αθλιότητες του Βερναρδάκη, που πήγε να ορκιστεί υπουργός με τζιν και αθλητικά παπούτσια!
Η ιδεολογία του μεταμοντερνισμού, μέσα στην οποία χάνεται η ενότητα των επί μέρους στοιχείων και οι ίδιοι οι άνθρωποι μετασχηματίζονται σε ένα patchwork χωρίς κεντρικό άξονα, μεταβάλλεται στον θρεπτικό πολτό μέσα στον οποίο αναπτύσσεται αυτή η νέα αριστερά των «κινημάτων» και κατ’ εξοχήν των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, διότι το σύστημα χρηματοδοτεί αδρά αυτή τη μετεξέλιξη των παλιών κοινωνικών κινημάτων.
Παράλληλα και οι κοινωνικές εξελίξεις ευνοούν μια τέτοια μετεξέλιξη. Η μαζική είσοδος των μεταναστών, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η αποβιομηχάνιση και η παρασιτική μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας μετασχηματίζουν και το κοινωνικό υποκείμενο στο οποίο αναφέρεται αυτή η νέα αριστερά. Πλέον, χάνει οποιαδήποτε σχέση με την εργατική τάξη και μετατοπίζεται προς τον χώρο των σύγχρονων μεσοστρωμάτων, στους τομείς της διασκέδασης, του πολιτισμού, των ΜΜΕ και της δημοσιογραφίας, κατ’ εξοχήν δε του Δημοσίου και της Εκπαίδευσης, όπου συμπλέει, για πολλά χρόνια, στις αντίστοιχες συνδικαλιστικές ενώσεις, με το ΠΑΣΟΚ. Μάλιστα, αν το ΠΑΣΟΚ ήταν ριζωμένο κυρίως στον ΟΤΕ, τη ΔΕΗ, τις Τράπεζες, η Αριστερά, σε όλες της τις εκφράσεις, κατακτά ως προνομιακό χώρο παρέμβασής της την εκπαίδευση και τους εκπαιδευτικούς.
Εδώ μάλιστα, στην εκπαίδευση, αναπαράγεται σε ευρεία κλίμακα η δεύτερη αποφασιστική έκφανση του μηδενισμού της, ο εθνομηδενισμός. Η εκπορευόμενη από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το σημιτικό στρατόπεδο εθνομηδενιστική ιδεολογία θα βρει τους κυριότερους εκφραστές της αρχικώς στους πανεπιστημιακούς και εν συνεχεία τους εκπαιδευτικούς, σε όλες τις κλίμακες του εκπαιδευτικού συτήματος. Εξ άλλου ο πασοκικός εθνομηδενισμός, στο επίπεδο των διανοουμένων, συγκροτεί ένα continuum με τον αριστερό εθνομηδενισμό. Φιγούρες όπως ο Βέλτσος, ο Τσουκαλάς, ο Λιάκος, ο Κούλογλου, και αναρίθμητοι, κυριολεκτικά χιλιάδες, άλλοι, θα μετακινούνται διαρκώς στις διαφορετικές πτέρυγες αυτού του ενιαίου μηδενιστικού και εθνομηδενιστικού στρατοπέδου, ανάλογα με τη συγκυρία. Την εποχή των «παχιών αγελάδων» του εκσυγχρονισμού, θα στεγάζονται κάτω από τη σημιτική κυβέρνηση των «καθηγητών», ενώ όταν το εκκρεμές θα μετακινηθεί αριστερότερα, ως συνέπεια της κρίσης, και το ΠΑΣΟΚ αποσυντεθεί, θα το ακολουθήσουν και θα προσχωρήσουν στον ΣΥΡΙΖΑ, κάποτε ακόμα και στην Ανταρσύα και τους Αντιεξουσιαστές!
Η έλλειψη κοινωνικού και εθνικού οράματος αποτελεί λοιπόν το υπόβαθρο των ιδεολογικών εξελίξεων πάνω τις οποίες θα οικοδομηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στη δεκαετία του 2000 και σταδιακώς θα ενσωματώσει ένα μεγάλο μέρος της εκτός ΚΚΕ αριστεράς. Το υποκατάστατο δε της έλλειψης οραμάτων θα ανευρεθεί, εκτός από μια νεφελώδη αντιπαγκοσμιοποιητική και δικαιωματική ιδεολογία, και σε μια φαντασιακή και εν τέλει εμφυλιοπολεμική αναφορά στην «Αριστερά και τις αξίες της», στην οποία, λυσσωδώς, κυριολεκτικά, επέμενε ο αρχικός μέντορας του Τσίπρα, Αλέκος Αλαβάνος, ο οποίος, σε κάθε τρεις λέξεις, επαναλάμβανε τη λέξη «αριστερά». Αυτή η μυθική επίκληση στην Αριστερά και το «μίσος» για τη Δεξιά συναντούσε εν τοις πράγμασι τη διάχυτη αντιεξουσιαστική ιδεολογία του μίσους για την «εξουσία» και τους «μπάτσους». Ιδεολογία που είχε καταστεί κυρίαρχη στο μεγαλύτερο μέρος των αριστερών νεολαιών και του αριστερισμού, μετά από δύο ή τρεις δεκαετίες ηγεμονίας του αντιεξουσιαστικού αναρχισμού στο melting pot της πλατείας Εξαρχείων και των πανεπιστημίων. Εξάλλου, θα μπορούσε άνετα να συναντηθεί, από την άλλη πλευρά του φάσματος, με το «αντιδεξιό» μίσος των Πασόκων, όπως και έγινε εν τέλει όταν αυτοί επλήγησαν οικονομικά.
Προς την ίδια ρηχή εμφυλιοπολεμική ιδεολογία θα συμβάλει και μια μυθοποιητική «επιστροφή» στο Αντάρτικο, τον Άρη Βελουχιώτη και προ παντός τον εμφύλιο. Ο Άρης δεν προβάλλεται πλέον ως ο πατριώτης ηγέτης ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα που προερχόταν από το ΚΚΕ, αλλά, πριν απ’ όλα, ως ο εχθρός της «δεξιάς» και ο αυτουργός του «Μελιγαλά». Κεντρικά συνθήματα των αριστεριστών του Πολυτεχνείου, κατ’ εξοχήν γόνων των Βορείων Προαστείων, θα γίνουν τα «ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ-Μελιγαλάς», «μίσος ταξικό» και άλλα ηχηρά παρόμοια – παρότι, εάν υπήρχε κάποιο «ταξικό μίσος», θα ήταν μάλλον εκείνο που ένιωθαν εναντίον τους οι λούμπεν πληβείοι της Χρυσής Αυγής. Έτσι κατασκευάστηκε μια νέα «ταξική σύγκρουση» η οποία έπαψε να έχει οποιοδήποτε αυθεντικό ταξικό περιεχόμενο και διοχετευόταν ενάντια στα «βοθροκάναλα», και κυρίως τον Άδωνι Γεωργιάδη (που συστηματικά του έκαιγαν το βιβλιοπωλείο τα «οργισμένα παιδιά» των πενηντάρηδων συριζαίων), τον «ακροδεξιό Σαμαρά», κ.λπ.
Δηλαδή, αυτή η νέα ψευδοταξική σύγκρουση είχε απολέσει –ελλείψει κοινωνικού και εθνικού οράματος– κάθε στόχο αυθεντικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και της πατρίδας και είχε μεταβληθεί σε ένα απλό όχημα κοινωνικού ή ηλικιακού φθόνου.
Οι «Αριστεροί πατριώτες» δημιούργησαν έναν εθνομηδενιστικό ΣΥΡΙΖΑ!
Αποφασιστικό ρόλο στην πολιτική συγκρότηση της νέας Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ, που εξέφρασε πολιτικά αυτό το νέο ιδεολόγημα, διαδραμάτισαν, παραδόξως από πρώτη άποψη, μορφές της Αριστεράς, όπως ο Μανόλης Γλέζος, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης και ο Αλέκος Αλαβάνος, οι οποίοι, στην προηγούμενη περίοδο, της δεκαετίας του 1990, έδειχναν να απορρίπτουν τις κυρίαρχες στην Αριστερά εθνομηδενιστικές τάσεις. Γι’ αυτό και εξάλλου είχαμε συνεργαστεί αρκετές φορές, αρθρογραφούσαν στο Άρδην ή παρευρίσκονταν συχνά σε εκδηλώσεις που οργανώναμε.
Και οι τρεις τους έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτος απ’ όλους ο Μανόλης Γλέζος ο οποίος συμμετείχε σε μια ομάδα, αποκαλούμενη «Χώρος Διαλόγου για την Ενότητα και Κοινή Δράση της Αριστεράς», που δημιουργήθηκε το 2001, με τη συμμετοχή αρχικώς λίγων ομάδων και ανένταχτων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, ενώ ο Συνασπισμός, υπό τον Νίκο Κωνσταντόπουλο, απλώς παρακολουθούσε με ανησυχία τα τεκταινόμενα. Εγώ προσωπικώς και το Άρδην αρνηθήκαμε την εμπλοκή μας σε αυτό το εγχείρημα, διότι θεωρούσαμε πως δεν θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένας χώρος διαλόγου για την «Κοινή Δράση της Αριστεράς», αλλά αντίθετα ένας «χώρος διαλόγου» για την «Κοινή Δράση των Δημοκρατικών Πατριωτικών Δυνάμεων». Αρνούμενοι να εγκλωβιστούμε στη λογική μιας ψευδεπίγραφης πλέον «Αριστεράς», προσπαθήσαμε να πείσουμε τον Μανόλη Γλέζο –με τον όποιο συμμεριζόμαστε κοινές κοινωνικές, οικολογικές, αμεσοδημοκρατικές και προπαντός πατριωτικές θέσεις– πως θα έπρεπε να πρωτοστατήσει σε έναν πατριωτικό κοινωνικό και δημοκρατικό «χώρο διαλόγου», και θα μπορούσε να αποτελέσει με το κύρος του, τον καταλύτη για μια τέτοια κίνηση.
Όμως, δεν θέλησε να αναλάβει μια τέτοια πρωτοβουλία και αντίθετα μεταβλήθηκε στον καταλύτη της μετεξέλιξης του «χώρου διαλόγου» στον ΣΥΡΙΖΑ. Ανάλογο ρόλο στο εσωτερικό του σημιτικών αποκλίσεων Συνασπισμού της περιόδου, με ηγεσία τον Νίκο Κωνσταντόπουλο, διαδραμάτισαν ο Παναγιώτης Λαφαζάνης και ο Αλέκος Αλαβάνος, που ενίσχυαν το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, για να ξεφύγουν από τον «συντηρητισμό» του Συνασπισμού και του Κωνσταντόπουλου. Και πράγματι, η κρίση του σημιτικού ΠΑΣΟΚ, μετά το φιάσκο του Χρηματιστηρίου, επιτάχυνε τη ριζοσπαστικοποίηση του Συνασπισμού, την εκλογή του Αλαβάνου στην ηγεσία του και τη σταδιακή υποκατάστασή του από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Εμείς επιμέναμε, αντίθετα, ότι ένα πολιτικό εγχείρημα δεν έπρεπε να επιμένει στην ξεπερασμένη πλέον αντίθεση Αριστερά-Δεξιά αλλά στην πρόταξη ενός εναλλακτικού προγράμματος: πατριωτισμός, κοινωνική δικαιοσύνη, οικολογική ισορροπία, πολιτιστική αναγέννηση, ενδογενής ανασυγκρότηση, δημοκρατία, γύρω από τα οποία θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένας νέος πλειοψηφικός πολιτικός πόλος, ο οποίος και θα κατόρθωνε, υπερβαίνοντας τις παλιές ξεπερασμένες πλέον διαιρέσεις και τα προτάγματα του 20ού αιώνα, να εκφράσει την ανάγκη μιας δημιουργικής υπέρβασης της μεταπολίτευσης και του παρασιτικού εκσυγχρονισμού.
Η εμμονή του Γλέζου, κυρίως, αλλά και των Αλαβάνου, Λαφαζάνη στη διαμόρφωση ενός πολιτικού σχήματος που δεν αυτο-ορίζεται επί τη βάσει του προγράμματος που προτείνει στον ελληνικό λαό, αλλά επί τη βάσει της παλιάς διαίρεσης Αριστερά-Δεξιά, οδηγούσε, αναπόφευκτα, εν τέλει, σε μια εμφυλιοπολεμικού τύπου εξέλιξη.
Από τη μία πλευρά, η «Αριστερά» ανέλαβε να εκφράσει τα «δικαιώματα» και την «αμφισβήτηση» κάθε είδους, ενώ ο πατριωτισμός έτεινε να παραχωρηθεί στη Δεξιά, ανασυσταίνοντας ένα ξεπερασμένο διχαστικό κλίμα και οδηγώντας στα άκρα τις αντιθέσεις που είχαν διαιρέσει την ελληνική κοινωνία σε όλη τη μετεμφυλιακή περίοδο: Κατά την πρώτη φάση, μέχρι τη δικτατορία (1949-1974), με ηγεμονική δύναμη τη Δεξιά και στο τέλος, ως έσχατη εκδοχή της, τη φασιστική ακροδεξιά των συνταγματαρχών. Κατά τη δεύτερη περίοδο, ηγεμονική δύναμη υπήρξε η αριστερά, αρχικώς στην πασοκική της εκδοχή, και στην τελευταία της φάση η «πούρα» αριστερή εκδοχή της.
Κατά συνέπεια, η επιλογή της συγκρότησης του εναλλακτικού πόλου υπό την αιγίδα της αριστεράς επανέφερε στο τραπέζι αυτή την ξεπερασμένη πλέον διαίρεση  και της προσέδιδε κατ’ εξοχήν εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά, ελλείψει κοινωνικού προτάγματος, κατά τον ίδιο τρόπο που οι χουνταίοι είχαν προσδώσει ανάλογα χαρακτηριστικά στην ηγεμονία της δεξιάς, στην έσχατη φάση της.
Και αυτό ήταν αναπόφευκτο, δεδομένου ότι, στην πραγματικότητα, η Αριστερά είχε ήδη δοκιμαστεί στην εξουσία, όχι μόνο παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα, κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο. Πράγματι, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε ανέβει στην εξουσία με την ανοικτή και απροκάλυπτη διεκδίκηση του «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού» (και ο Μανόλης Γλέζος χρημάτισε, σε όλη τη δεκαετία του 1980, βουλευτής και ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ) ενώ η πρόσκαιρη πτώση του, το 1988-1993, συμβάδισε με εκείνη του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Ο μηδενισμός ως πρελούδιο του εμφυλίου
Κατά συνέπεια, μια οποιαδήποτε «επιστροφή» θα προσελάμβανε καθαρά ρεβανσιστικά χαρακτηριστικά. Και αυτό τεκμαίρεται πρωτίστως από την εγκατάλειψη της πατριωτικής διάστασης, συστατικό στοιχείο της παλιάς Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ, διάσταση η οποία τη συνέδεε με το έθνος στην ολότητά του. Η εγκατάλειψη του πατριωτισμού, για τον οποίο αγωνίζονταν με τόση επιμονή σημιτικοί, συριζαίοι και αντιεξουσιαστές, ενείχε την πορεία προς μια εμφύλια διαμάχη, δεδομένου ότι τα εθνικά ζητήματα είναι όχι μόνο υπαρκτά στην Ελλάδα αλλά και καθοριστικής σημασίας γι’ αυτήν και συγκροτούν το μόνο πραγματικό υπόστρωμα της όποιας πατριωτικής ενότητας. Κατά συνέπεια,η εγκατάλειψή τους αποτελούσε και το πρελούδιο της συγκρότησης και ενός αντίπαλου εμφυλιακού πόλου. Και ο χαμηλής έντασης εμφύλιος μεταξύ αναρχικών και φασιστικών ομάδων, με αφορμή κυρίως το μεταναστευτικό, είχε αποτελέσει το προανάκρουσμα για τις νέες εξελίξεις: Ο ΣΥΡΙΖΑ θα εμφανιστεί ως η ναυαρχίδα του εθνομηδενισμού και η Χρυσή Αυγή του «πατριωτισμού» .
Προς επίρρωση και επιβεβαίωση αυτής της άποψής μας, αρκεί να δούμε πώς και οι τρεις αυτοί γενάρχες του ΣΥΡΙΖΑ εγκατέλειψαν με τον πιο θεαματικό τρόπο τις πατριωτικές τους απόψεις (ο Αλαβάνος θα ταχθεί υπέρ της Ρεπούση ανοικτά, ο υπερπατριώτης Λαφαζάνης θα υπογράψει, φαρδιά πλατιά, κείμενο υποστήριξής της και θα συγκροτήσει κοινή τάση με τους ακραίους εθνομηδενιστές του Νταβανέλου και της ΔΕΑ, στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ και το ίδιο το αρχέτυπο του αριστερού πατριωτισμού, ο Μανόλης Γλέζος, θα συνταχθεί με τους εθνομηδενιστές και θα πάψει να παρεμβαίνει ενεργά στα εθνικά θέματα). Η πρόταξη της «ανασυγκρότησης της Αριστεράς» έναντι της διαμόρφωσης ενός νέου κοινωνικού οράματος καθιστούσε υποχρεωτικό τον εθνομηδενισμό, διότι προϋπέθετε τη ρήξη της εθνικής ενότητας.
[Εξάλλου, το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια των πέντε χρόνων της οικονομικής κρίσης, τα εθνικά θέματα εξέλιπαν σχεδόν ολοκληρωτικά από τη δημόσια συζήτηση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το πώς και το γιατί πολλοί «αντιμνημονιακοί πατριώτες» μεταβλήθηκαν εσχάτως σε θιασώτες του εθνομηδενιστικού ΣΥΡΙΖΑ και παρασύρθηκαν, συχνά με φανατικό μηδενιστικό τρόπο, στο ψευδεπίγραφο και καταστροφικό δημοψήφισμα. Εξηγεί πώς Κύπριοι πατριώτες υποστήριξαν με φανατισμό το ψευδεπίγραφο ΟΧΙ του Τσίπρα, αγνοώντας πως η αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, θα αποτελέσει την οριστική ταφόπλακα στην ήδη εξασθενημένη σχέση Ελλάδας-Κύπρου. Και σήμερα βέβαια εισπράττουν τη Σία Αναγνωστοπούλου στο υπουργείο Εξωτερικών! Δεν κατανοούν πως ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί διχαστικό και εθνομηδενιστικό όχημα εκ γενετής, άσχετα με την «πατριωτική» φρασεολογία του ενός ή άλλου στελέχους του. Ο Μανόλης Γλέζος, το αρχέτυπο της πατριωτικής αριστεράς, και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης μεταβλήθηκαν σε εθνομηδενιστές, εκόντες ή άκοντες. Η ΚΟΕ του Ρούντι Ρινάλντι και άλλοι «αριστεροί πατριώτες», που συνωθούνται γύρω της, συμπαρατάσσονται με τους εθνομηδενιστές του Νταβανέλου, στο Κοινοβούλιο και την Κεντρική Επιτροπή, για να μην αναφερθώ στα υπολείμματα του ΔΗΚΚΙ. Και αυτό καταδεικνύει και η σημερινή τους στάση: Αντί, προτάσσοντας το συμφέρον της χώρας, να αναζητήσουν λύσεις ενότητας του ελληνικού λαού και δημιουργίας ενός κοινωνικού κινήματος ανασυγκρότησης της χώρας, τον οδηγούν σε ακόμα βαθύτερο διχασμό, εμμένοντας σε μια «επανάσταση της πιτζάμας», με επικεφαλής τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, τη Ραχήλ Μακρή και τον Στάθη Λεουτσάκο!].
Η επιλογή λοιπόν της δημιουργίας ενός νέου αριστερού σχήματος, τη στιγμή που η Αριστερά είχε ιστορικά αποτύχει σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ και η εγχώρια κυβερνητική έκφρασή του, το ΠΑΣΟΚ, είχε κλείσει τον κύκλο του, δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε μια χωριστική εμφυλιοπολεμική «ρεβάνς». Ρεβάνς για τη Βάρκιζα(!), όπως επαναλαμβάνουν αρκετοί Συριζαίοι.
Γι’ αυτό και εμείς του Άρδην υπήρξαμε οι μόνοι που αρνηθήκαμε, παρά τις προσκλήσεις του Μανόλη Γλέζου και του Παναγιώτη Λαφαζάνη, να συμμετάσχουμε στον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί θεωρούσαμε πως η επιστροφή στην «Αριστερά», τη στιγμή που αυτή είχε κλείσει την ιστορική διαδρομή της, και θα έπρεπε να επανοριστούν τα κοινωνικά και πολιτικά προτάγματα του 21ου αιώνα, αποτελούσε μια κεφαλαιώδη οπισθοδρόμηση. Και συνεχίσαμε μια μοναχική διαδρομή για την οικοδόμηση μιας δημοκρατικής και κοινωνικής πατριωτικής πρότασης που, έχοντας υπερβεί τις παλιές διαιρέσεις, θα μετέθετε το πεδίο της αντιπαράθεσης στη σύγκρουση με τον παρασιτικό εκσυγχρονισμό, τον νεο-οθωμανισμό και την αποικιακή κατάσταση της χώρας, θέτοντας ως πρόταγμα τον «εκσυγχρονισμό της παράδοσης», ως βασική προϋπόθεση για την οικονομική και πνευματική μας χειραφέτηση.
Όμως δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως αυτό το εγχείρημα, που το θεωρούσαμε απολύτως αναχρονιστικό και βαθύτατα αντιδραστικό, θα κατόρθωνε εν τέλει να μεταβληθεί σε κεφαλαιώδη απειλή για τη χώρα, και να ανοίξει τον δρόμο σε μια καταστροφικού χαρακτήρα εξάντληση της μεταπολίτευσης. Και αυτό παρότι είχαμε εντοπίσει τον μηδενιστικό χαρακτήρα που προσελάμβανε ο ΣΥΡΙΖΑ υπό την ηγεσία, αρχικώς, του Αλέκου Αλαβάνου, και εν συνεχεία του Αλέξη Τσίπρα – πράγμα που κατεδείχθη περίτρανα στη διάρκεια του Δεκέμβρη του 2008.
Πράγματι, στις εκλογές του 2009, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει το 4,6% των ψήφων και μπορούσαμε βάσιμα να ελπίζουμε πως οι αντιφάσεις ανάμεσα στις διαφορετικές συνιστώσες του, αργά ή γρήγορα, θα οδηγούσαν στην αποδόμησή του και στο κλείσιμο μιας ρεβανσιστικής –και αστείας εν πολλοίς– απόπειρας των Εξαρχείων και των γόνων των Βορείων Προαστίων· πως θα αποδεικνυόταν απλώς μια ιλαροτραγωδία και χωρίς τις καταστροφικές συνέπειες που προσέλαβε εξ αιτίας της κρίσης και των διαστάσεων της.Τωόντι, η κρίση είναι που προσέδωσε στο εξαρχειώτικο, κολωνακιώτικο και ακαδημαϊκό εμφυλιοπολεμικό αφήγημα νέες διαστάσεις, το γιγάντωσε και το μετέβαλε σε απόπειρα κατάληψης της εξουσίας!
Η προσπάθειά μας, από την αρχή της μεγάλης κρίσης, ήταν, συμμετέχοντας στο κίνημα των Αγανακτισμένων, σε όλη του τη διαδρομή, να εμποδίσουμε μια αρνητική εξέλιξή του, έτσι ώστε να μετασχηματίσουμε το μίσος που αναδύθηκε από την καταστροφή σε δημιουργικό φορέα μιας αλλαγής της κοινωνίας μας και όχι στο όργανο μιας βαθειάς διαίρεσης. Βασικό μας μέλημα ήταν να επανενώσουμε την κοινωνική και την πατριωτική διάσταση του κινήματος, επανένωση η οποία θα εμπόδιζε τη διαίρεση της κοινωνίας και θα συγκροτούσε ένα πλειοψηφικό ρεύμα απέναντι στους εκφραστές των γερμανικών συμφερόντων και ενάντια στη μεταβολή της χώρας σε αποικία χρέους. Και γι’ αυτό συνεργαστήκαμε με τους πάντες, από τον Μίκη Θεοδωράκη στη Σπίθα έως την «πατριωτική πτέρυγα» του ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ, έτσι ώστε να μη διαχωριστούν με ένα τείχος αυτές οι δύο διαστάσεις. Και είχαμε κάποια αποτελέσματα, όχι όμως αρκετά για να ανατρέψουν την κυρίαρχη πόλωση. Εμποδίσαμε για παράδειγμα την αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ και τουλάχιστον σπρώξαμε προς τη συγκρότηση μιας συγκυβέρνησης ΑΝΕΛ-ΣΥΡΙΖΑ, διότι μια μονοκομματική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο θα επισώρευε μεγαλύτερα δεινά στη χώρα αλλά θα έσπρωχνε στα άκρα την αντίθεση μεταξύ πατριωτικού και αριστερού χώρου.
Το αναπόφευκτο τέλος του παιγνιδιού
Αυτή η ιστορικά ετεροχρονισμένη αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς ή, με τρέχοντες όρους, αντιμνημονιακών και «Σαμαροβενιζέλων», απεδείχθη κυριολεκτικά θανατηφόρα από τη στιγμή και πέρα που κυριάρχησε. Και δείξαμε ήδη γιατί. Η νέα Αριστερά δεν στρατεύεται σε ένα όραμα μετασχηματισμού της κοινωνίας, αλλά σε μια μηδενιστικού τύπου «επικράτηση». Εξ ου και η σταδιακή προσέγγιση τα προηγούμενα χρόνια ανάμεσα στα «Εξάρχεια» και το «Κολωνάκι», και η υιοθέτηση από την παλαιά ρεφορμιστική Αριστερά της φρασεολογίας και της βαθύτερης ιδεολογίας του αντιεξουσιαστικού χώρου.
Σε αυτά τα πλαίσια και μόνο μπορούμε να κατανοήσουμε και την ανάδειξη μορφών όπως η Ζωή Κωνσταντοπούλου, τη λενινιστική πρεμούρα του Αριστερού Ρεύματος και τα παιγνίδια του πρωθυπουργού με τον Βαρουφάκη και τη δραχμή. Μια μεταμοντέρνα Αριστερά, χωρίς κανένα σχέδιο, ανασύρει από το παρελθόν όλο το τελετουργικό των παρελθόντων αγώνων και τη φρασεολογία μιας άλλης εποχής (το «καλή αντάμωση στα γουναράδικα» του Διαμαντόπουλου και της Ραχήλ Μακρή) και βαδίζει αμέριμνη πάνω στην καταστροφή της ίδιας της χώρας, πράγμα για το οποίο εξάλλου ελάχιστα ενδιαφέρεται. Το μοναδικό της μέλημα ήταν να κατακτήσει την εξουσία και, σήμερα, να μην ηττηθεί «η αριστερή διακυβέρνηση». Γι’ αυτό και θα αποκρούσει όλες τις συμβουλές που πάρα πολλοί τους έδιναν να «αναβάλουν» την άνοδό τους στην εξουσία, μέχρι τον Νοέμβρη του 2015, όταν τόσο οι διεθνείς (εκλογές σε Ισπανία, Ιρλανδία και ποσοτική χαλάρωση) όσο και οι εσωτερικές (ολοκλήρωση του μνημονίου) συνθήκες θα ήταν σχεδόν ιδανικές γι’ αυτούς. Γι’ αυτό και βιάστηκαν να συνάψουν ανίερες συμμαχίες με τους Αμερικανούς και με τους Ρώσους ταυτόχρονα, καθώς και με διάφορα υπερατλαντικά λόμπι. Γι αυτό και μετήλθαν όλες τις βρώμικες μεθόδους (Κουβέλης, Χαϊκάλης, ο οποίος και αντεμείφθη εσχάτως) για να εμποδίσουν την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από την προηγούμενη Βουλή, παρότι αυτή ήταν η βούληση της πλειοψηφίας. Διότι το ισχυρότερο ένστικτο που τους καθοδηγεί είναι το μηδενιστικό ένστικτο του θανάτου.
Διέλυσαν συστηματικά όλες τις συνομιλίες, κατέστρεψαν κάθε διεθνή εμπιστοσύνη στην Ελλάδα, επανεισάγοντας το στερεότυπο του «ψεύτη, κλέφτη και επαίτη» Έλληνα, μας οδήγησαν σε νέα βαθύτατη ύφεση, που θα επιφέρει εκατοντάδες χιλιάδες νέους ανέργους, αυτοκτονίες και συμφορές, υπογράφοντας θηριώδη μέτρα, και όμως φρόντισαν στο μεταξύ να διχάσουν τους Έλληνες με ένα ψευδεπίγραφο και διχαστικό δημοψήφισμα που κατέστρεψε τις τράπεζες, με κόστος δεκάδες δισεκατομμύρια (και την αδυναμία τους για πολλά χρόνια να λειτουργήσουν εξ αιτίας της έλλειψης εμπιστοσύνης που προκάλεσε το bank run), και, παρ’ όλα ταύτα, το μόνο τους μέλημα είναι πάντα το πώς θα διατηρήσουν την εξουσία. Έτσι, συνεχίζουν, κατεξευτελίζοντας θεσμούς και αξιοπρέπεια – ο Λαφαζάνης παρέμενε στο υπουργείο του μέχρι να τον διώξουν, η Κωνσταντοπούλου αγκιστρωμένη πάντα στην προεδρία της Βουλής, και ο σφετεριστής της εμπιστοσύνης του λαού πρωθυπουργός προσπαθεί με «νέα κόλπα» να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία, συνεχίζει δε να αρνείται να κυβερνήσει (έτσι αναβάλλει διαρκώς την υποβολή φορολογικών δηλώσεων μήπως και στο μεταξύ κάνει νέες εκλογές και υφαρπάξει εκ νέου την ψήφο των Ελλήνων, πριν αρχίσουν «να πληρώνουν», άσχετα με το εάν η χώρα, σε δυο τρεις μήνες, κινδυνεύσει να εκπληρώσει τον διακαή πόθο του Σόιμπλε).
[Και παρόλα τα σημεία και τέρατα που διαπράττει η μηδενιστική κυβέρνηση, από όλους τους εκλεκτούς αντιπροσώπους του έθνους, δεν βρέθηκε κανένας που να έχει την αξιοπρέπεια να παραιτηθεί, εκτός από τον Κώστα Δαμαβολίτη, ένα νέο άνθρωπο που διέθετε ένα βασικό πλεονέκτημα: δεν ήταν πολιτικός και πίστευε αυτά που έλεγε. Η «καλή ρωσίδα Κνίτισσα», Βαλαβάνη, πήρε πίσω την αναγγελθείσα παραίτησή της από τη βουλευτική έδρα – από τη θέση της βουλευτού, εξάλλου, θα αντιμετωπίσει πιο εύκολα την κατακραυγή και τις πιθανές ποινικές ευθύνες για τα 200.000 ευρώ που απέσυρε η «μητέρα» της, μία μέρα πριν κλείσουν οι τράπεζες και ενώ η ίδια ετοίμαζε το “ντου” στις θυρίδες των υπολοίπων Ελλήνων. Ο Δ. Κοδέλας και οι λοιποί της ΚΟΕ, υπό την καθοδήγηση του Ρινάλντι, ελπίζω να μη θέλουν να συνδυάσουν την πιθανή παραίτησή τους με κάποιο νέο πολιτικό τερτίπι – δηλαδή, και να παραμείνουν ως «αντιπολίτευση» στον ΣΥΡΙΖΑ και να μην ακολουθήσουν τον Λαφαζάνη, υποκαθιστώντας τον στον ρόλο της αριστερής αντιπολίτευσης– αλλά να διαχωρίσουν τις τύχες τους από το τυχοδιωκτικό εγχείρημα του Τσίπρα.]
Όμως, το Βατερλώ του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα είναι πραγματικό και όχι επικοινωνιακό γεγονός, δεν χωράει αναστροφή. Το κομματικό πουλόβερ άρχισε να ξηλώνεται και, στο τέλος, αυτό το μόρφωμα θα διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη:
Η εμπιστοσύνη του κόσμου στον ίδιο τον Τσίπρα (παρ’ όλα τα τερτίπια της επίρριψης των ευθυνών αποκλειστικά στον Λαφαζάνη, τον Βαρουφάκη ή τη Ζωή) διαβρώνεται καθημερινά.
Οι εσωτερικοί σύμμαχοί του στρέφονται ανοικτά εναντίον του, όπως συνέβη ήδη με τον Καραμανλή, τον ΓΑΠ, τον Μπόμπολα ή τον Ψυχάρη. Χαρακτηριστικό είναι πως κανένας, ούτε καν ο Θεοδωράκης, δεν είναι διατεθειμένος, παρά την τραγική κατάσταση της χώρας, να συμμετάσχει σε κυβέρνηση υπό την ηγεσία του, όπως διακήρυσσε παλαιότερα.
ΟΙ μεγάλες δυνάμεις, με τις οποίες πίστευε ότι μπορεί να παίζει, τον εγκαταλείπουν η μία μετά την άλλη και ήδη το ρωσικό κόμμα, με τον Λαφαζάνη και τη Βαλαβάνη, εξέρχεται από την κυβέρνηση, αφού, την τελευταία στιγμή, ο Πούτιν, το βράδυ του δημοψηφίσματος, αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει την σχεδόν έτοιμη έξοδο από την ευρωζώνη. Οι ΠΟΔΕΜΟΣ τον εγκαταλείπουν και σύντομα θα κάνουν το ίδιο και οι άλλες δυνάμεις της ευρωπαϊκής αριστεράς, και κατ’ εξοχήν οι σοβαρές όπως το Σιν Φέιν, αλλά ακόμα και καραγκιόζηδες, όπως ο Μελανσόν.
Στο κόμμα του είναι ήδη μειοψηφία, σε επίπεδο στελεχών, κατά συνέπεια δεν μπορεί να διαγράψει κανέναν διότι του το απαγορεύει το ίδιο το καταστατικό του και η κατρακύλα δεν μπορεί να αναστραφεί.
Όσες πράξεις και αν έχει ακόμα αυτή η κωμωδία της «πρώτης φοράς Αριστερά», αυτές θα διαδεχτούν η μία την άλλη με αστραπιαία ταχύτητα και το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο, είναι η οριστική απώλεια της εξουσίας. Και αυτό παρότι όλοι θα θέλαμε, στις τραγικές ώρες που περνάει η πατρίδα, έστω την ύστατη στιγμή, να αναλάμβανε ο πρωθυπουργός τις ευθύνες του και να σταθεροποιούσε την πολιτική κατάσταση, ακόμα και με μια κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» ή «εθνικής ενότητας», για ορισμένους μήνες τουλάχιστον. Όμως, δυστυχώς, «δεν το έχει», «δεν το έχει» ούτε το κόμμα του, «δεν το έχει» δυστυχώς και ένα μέρος των ψηφοφόρων του, που τους έβγαλε στα κεραμίδια με το δημοψήφισμα. Κινδυνεύουν επομένως να ολοκληρώσουν την καταστροφή, την οποία άρχισαν στις 25 Ιανουαρίου του ενεστώτος έτους.
Αν τους το επιτρέψουμε! Διότι πια η σωτηρία της πατρίδας εξαρτάται κυριολεκτικά από τους πολίτες της, που θα πρέπει να θάψουν το τσεκούρι του εμφυλίου πολέμου, να θεραπεύσουν την τερατώδη ευπιστία και αφέλειά τους και να επιβάλουν έναν δρόμο ανασυγκρότησης ο οποίος προϋποθέτει την επανένωση του πατριωτισμού και της κοινωνικής ευαισθησίας. Οι πολίτες της χώρας πρέπει αναδημιουργήσουν έναν νέο κίνημα «Αγανακτισμένων». Όχι όμως των αγανακτισμένων που ονειρεύονται στο διχαστικό τους παραλήρημα ο Λαφαζάνης, η Ζωή, ο αδιόρθωτος Αλαβάνος –ελπίζω, την ύστατη στιγμή, να ανακρούσει πρύμναν ο διχαστικός, εσχάτως, Γλέζος των Βρυξελλών και να ξαναγίνει ο πατριώτης νέος της Ακρόπολης– που κινδυνεύουν να μεταβάλουν το εμφυλιοπολεμικό κλίμα σε πραγματικό εμφύλιο. Κάποιων νέων «Αγανακτισμένων» όχι μόνο ενάντια στον Σόιμπλε αλλά και τους Βαρουφάκηδες, και οι οποίοι και θα απαιτήσουν ένα πανεθνικό κίνημα σωτηρίας της πατρίδας. Επειδή δεν μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, που μέχρι τώρα λειτούργησαν και συνεχίζουν να λειτουργούν διχαστικά, «αγανακτισμένοι» απέναντί τους, να συγκροτήσουν μια νέα κοινωνική συμμαχία σωτηρίας και ανασυγκρότησης της, καθημαγμένης από τους Τεύτονες και τους Έλληνες πολιτικούς, πατρίδας μας.

  Περιοδικό Άρδην – Εφημερίδα Ρήξη

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

0+0=0

O Χρυσόγελος και ο κυρ-Φώτης (Κουρέλης) υπέγραψαν συμβόλαιο συμβίωσης και έσονται εις σάρκαν μία.

Δελτίο των 11

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Παπανδρέου- Κουβέλης με σαράντα κλακαδόρους εμφανίστηκαν ως σωτήρες σκορπώντας άφθονο γέλιο



Τα φαντάσματα του παρελθόντος επιστρέφουν, με τον Γιώργο Παπανδρέου, τον Φώτη Κουβέλη και 40 περιφερόμενους κλακαδόρους να εμφανίζονται ως σωτήρες της χώρας, σκορπώντας κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου της Μαριλένας Κοππά άφθονο γέλιο. Σε μια αίθουσα του βιβλιοπωλείου Ιανός (μετοχές του οποίου κατείχε ο προφυλακισμένος υπουργός Ακης Τσοχατζόπουλος) το σύνθημα «Παπανδρέου - Παπανδρέου» ήχησε στα αυτιά των παρευρισκομένων δημιουργώντας εφιάλτες. Και ο Γιώργος Παπανδρέου, ως άλλος «Δελαπατρίδης», φρόντισε να τους επιβεβαιώσει, εξηγώντας -εν είδει διάλεξης- ότι, αν και τα έκανε όλα σωστά, δυστυχώς μας... πτώχευσε! Μάλιστα, για τις απόψεις του εκτός από χειροκροτήματα δέχθηκε και τα... φιλιά μιας γυναίκας, η οποία του φώναξε «πρόεδρε, είμαστε μαζί σου»!

Νωρίτερα, πάντως, στην είσοδο του βιβλιοπωλείου τον περίμενε στωικά ο τσολιάς της εκπομπής «Ελληνοφρένεια» προκειμένου να του προσφέρει ένα μπουκέτο λουλούδια και ένα σακουλάκι ελιές και να του πει «πάρ' τα για να σκάσει ο Βενιζέλος», προσπάθεια η οποία όμως στέφθηκε από αποτυχία, καθώς ο Γιώργος Παπανδρέου μπήκε στην αίθουσα όσο το δυνατόν γρηγορότερα μπας και αποφύγει τα χειρότερα. Εκεί, βέβαια, τα πράγματα ήταν σαφώς καλύτερα, αφού ανάμεσα στους ακροατές βρίσκονταν παλιοί «κηπουροί» και πιστοί υποστηρικτές του. Ανάμεσα σε αυτούς, ο Χάρης Παμπούκης η Ρεγγίνα Βάρτζελη, η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, η Ντίνα Λάζαρη ο Σπύρος Δανέλλης, η Αννα Νταλάρα, ο Ανδρέας Παπαδόπουλος και η Μαρία Ρεπούση από τη ΔΗΜ.ΑΡ.

Μπροστά, λοιπόν, σε ένα άκρως «φιλικό» περιβάλλον ο Γιώργος Παπανδρέου, αφού ευαγγελίστηκε ότι έσωσε την Ελλάδα, επιτέθηκε στον Ευάγγελο Βενιζέλο. «Κανείς, Φώτη μου, δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένος με την κατάσταση του προοδευτικού χώρου. Το ΠΑΣΟΚ που χρειάζεται η χώρα είναι το ΠΑΣΟΚ που πρωτοστατεί στην πρόοδο, ενώνει τις προοδευτικές δυνάμεις. Δεν δικαιούμαστε να είμαστε παρακολούθημα της δεξιάς ή της αριστεράς συντήρησης» είπε.

Ακόμη έφτασε στο σημείο να υπερασπιστεί το περίφημο ευφυολόγημα «λεφτά υπάρχουν». «Οσοι μιλούν επικριτικά αναφερόμενοι στη φράση “λεφτά υπάρχουν” αποκρύπτουν συνειδητά όσα πραγματικά ειπώθηκαν, κάνοντας διπλό κακό, γιατί από τη μια αποκρύπτουν τη ρίζα του κακού και από την άλλη αποσιωπούν και μαζί αποδομούν την αδήριτη ανάγκη μιας μεταρρυθμιστικής προσπάθειας» υποστήριξε ο κ. Παπανδρέου. Από την πλευρά τους, ο κ. Κουβέλης και η κυρία Κοππά ξεκαθάρισαν ότι η παρουσία του πρώην πρωθυπουργού δεν σημαίνει και συμπόρευση με τον τρίτο πόλο της ΔΗΜ.ΑΡ.

Αλέξανδρος Διαμάντης

 δημοκρατία

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Ο Γιώργος Παπανδρέου «στηρίζει» Φώτη Κουβέλη και ΔΗΜΑΡ

Ο Γιώργος Παπανδρέου «στηρίζει» Φώτη Κουβέλη και ΔΗΜΑΡΕίκοσι ημέρες πρίν από τις εκλογές Φώτης Κουβέλης και Γιώργος Παπανδρέου θα βρεθούν και θα συζητήσουν μαζί την Δευτέρα στην παρουσίαση του βιβλίου της Μαριλένας Κοππά με τίτλο «Το Αύριο Αργεί Πολύ: για τη Σοσιαλδημοκρατία και την έξοδο από την κρίση».
Η κοινή εμφάνιση δεν είναι τίποτε άλλο από ξεκάθαρη στήριξη της ΔΗΜΑΡ στις εκλογές από τον Γιώργο Παπανδρέου.
Να σημειώσουμε ότι ο Γιώργος Παπανδρέου δεν έχει κάνει καμμία κοινή εμφάνιση με τον Βαγγέλη Βενιζέλο ούτε έχει παρευρεθεί σε εκδήλωση της ΕΛΙΑΣ.
Όσο για την Μαριλένα Κοππά η οποία κατεβαίνει υποψήφια στις ευρωεκλογές με την ΔΗΜΑΡ, δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο, αφού ήταν επικεφαλής των ευρωβουλευτών του ΠΑΣΟΚ την περίοδο της πρωθυπουργίας του Γιώργου Παπανδρέου η οποία πριν κατέβει με την ΔΗΜΑΡ είχε πολλές φορές αντιπαρατεθεί δημόσια με τον Βαγγέλη Βενιζέλο.
 tribune.gr

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

“Η χούντα του Σαμαρά και του Μπαλτάκου είχε στείλει τρεις φορές τον στρατό στα μουλωχτά, για να καταστείλει τον λαό” – Δεν θεωρούνται πλέον γραφικοί αλλά επικίνδυνοι‼! (Βίντεο – ΣΟΚ)

SAMARAS_MPALATAKOS1

“Ο Μπαλτάκος δεν ήταν ένας εκκεντρικός ακροδεξιός, ξένος από το πνεύμα της Ν.Δ. του Σαμαρά, όπως θέλουν να τον παρουσιάσουν τα μίντια. Ο Μπαλτάκος ήταν το πνεύμα της Ν.Δ. του Σαμαρά, αντικομμουνισμός, εθνικισμός, αγύρτικη θρησκοληψία, λατρεία της στολής και κυρίως βαθύτατη περιφρόνηση της Δημοκρατίας. Αν δεν το πιστεύετε, ακούστε τον πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού Κοσμά Χρηστίδη” γράφει στο site onalert ότι “επί κυβερνήσεως Σαμαρά- Βενιζέλου έχει δοθεί τρεις φορές εντολή στο στρατό να κατέβει στους δρόμους και να βοηθήσει την αστυνομία στην καταστολή του πλήθους”.

“Τρεις φορές διέταξαν οι Σαμαράδες και οι Μπαλτάκοι τον στρατό να κατέβει στο δρόμο ως αρωγός της αστυνομίας. Μία από αυτές, όπως αποκάλυψε ο επίτιμος Α/ΓΕΝ Κοσμάς Χρηστίδης, ήταν στην παρέλαση της Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 2012, τότε που ο κόσμος είχε κατέβει μαζικά στους δρόμους, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για την κυβερνητική πολιτική. Κατέβηκε το πλήθος στους δρόμους και η πολιτική ηγεσία, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας και πρωτοπαλίκαρο του Σαμαρά Πάνος Παναγιωτόπουλος, έδωσε εντολή στο ΓΕΕΘΑ να στείλει στρατιώτες , μην τυχόν και δεν μπορέσουν οι αστυνομικές δυνάμεις να επιβάλουν από μόνες τους την τάξη

Αντιλαμβάνεστε το μέγεθος της αποκάλυψης του κ. Χρηστίδη;  Η κυβέρνηση αποφάσισε να κατεβάσει στρατό στους δρόμου, για να εμποδίσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της διαδήλωσης και της διαμαρτυρίας. Έστειλαν στρατό στα μουλωχτά για να καταστείλει τους διαμαρτυρόμενους της παρέλασης και το έπραξαν άλλες δύο φορές, στις οποίες δεν θέλησε να αναφερθεί ο κ. Χρηστίδης, δίχως τούτο να αδυνατίζει τη μαρτυρία του, καθώς ήταν ένας από τους άμεσους αποδέκτες της εντολής.

Πώς να το πεις αυτό; Να το πεις εκτροπή, να το πεις χουντική νοοτροπία, ό, τι και να πεις, μέσα θα είσαι. Πρόκειται για κορυφαίο ζήτημα, το οποίο αποκαλύπτει απολύτως νοσηρή αντίληψη για το ρόλο του στρατού. Ο στρατός είναι φετίχ για την ακροδεξιά, είναι η λατρεία της στολής για την οποία μιλάει ο Μπαλτάκος. Ο Μπαλτάκος, που όπως αποκάλυψε στον 105,5 ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ο δημοσιογράφος Πάρις Καρβουνόπουλος που πήρε τη συνέντευξη από τον κ. Χρηστίδη, είχε αναπτύξει στενότατες σχέσεις με το στρατό. Απένειμε ξιφίδια στην Σχολή Ευελπίδων, παρακολουθούσε από κοντά πολεμικές ασκήσεις, ακόμη και ασκήσεις διαβαθμισμένες, στις οποίες απαγορεύεται αυστηρότατα η παρουσία πολιτών.

Εντάξει η Δεξιά τέτοια είναι τέτοια κάνει. Ο άλλος κυβερνητικός εταίρος, ο προοδευτικός, το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου, τι λέει για όλα αυτά; Γνώριζε ο Βενιζέλος ότι η κυβέρνηση διέταξε τρεις φορές τον στρατό να κατέβει στους δρόμους, για να καταστείλει τους πολίτες; Κι αν δεν το γνώριζε, τώρα που το έμαθε, τι θα κάνει; Θα συνεχίσει να κυβερνάει με τους Μπαλτάκους, που είναι διάχυτοι στο σώμα της Ν.Δ. του Σαμαρά;

Α, να μην ξεχάσω. Εκείνη την εποχή συμμετείχε στην κυβέρνηση και η ΔΗΜ.ΑΡ. του Φώτη Κουβέλη”.



Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Από πότε το κόμμα είναι πάνω από τον λαό και την πατρίδα;

του Δημήτρη Καζάκη

Σάλος στην επίσημη πολιτική σκηνή. Σε συνέντευξή του στην Αυγή (17/11/2013) ο κ. Τσίπρας απευθύνθηκε στους βουλευτές της συμπολίτευσης λέγοντας: «Όσοι αποφασίσουν με την ψήφο τους να θέσουν τέρμα στην καταστροφική πορεία της χώρας, παρά τις επιθέσεις του συστήματος της μνημονιακής διαπλοκής, που θα είναι σφοδρές, όπως φάνηκε και στην περίπτωση της Θεοδώρας Τζάκρη, θα έχουν την πλατιά αποδοχή της λαϊκής βάσης, των τοπικών κοινωνιών και των πολιτών που τους εξέλεξαν και δεν αντέχουν άλλο». Μάλιστα σημειώνει ότι τους αναγνωρίζει «πολιτική αξιοπρέπεια».

«Ντροπή, κύριε Τσίπρα. Η απάντηση της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ θα σας δοθεί επίσημα και κατά πρόσωπο,» απάντησε ο Βενιζέλος καταγγέλλοντας τον Αλέξη Τσίπρα ως «αλαζόνα του μικροπολιτικού του νεοπλουτισμού». Και οι χαρακτηρισμοί είχαν συνέχεια. «Απροκάλυπτη και αγοραία πρόσκληση αποστασίας», «πολιτικό τυχοδιωκτισμό» και «πολιτική αλητεία» προσάπτει ο Βενιζέλος στον Τσίπρα με αφορμή το «προσκλητήριο» που απηύθυνε ο δεύτερος σε βουλευτές της κυβερνητικής παράταξης.

Για «ηθικό και πολιτικό κατήφορο δίχως τέλος» του Τσίπρα έκανε λόγο ο κυβερνητικός....
εκπρόσωπος Σίμος Κεδίκογλου απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου για την «πρόσκληση αποστασίας» του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητικούς βουλευτές. Ο Κεδίκογλου κατηγόρησε τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι «υπόσχεται εκλογικές αγοραπωλησίες βουλευτών για να βρεθεί στην εξουσία» και ότι επιχειρεί να δηλητηριάσει την πολιτική ζωή. Ανάφερε δε ότι ο κ. Τσίπρας «γράφει την πιο μαύρη σελίδα στην ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ».

Σχέδια χειραγώγησης των πολιτικών εξελίξεων

Γιατί, ρε παιδιά, τέτοιος πανικός; Αυτά δεν κάνουν τα κόμματά σας επί δεκαετίες; Αγοραπωλησίες βουλευτών. Το δούναι-λαβείν με βουλευτές δεν πάει σύννεφο;  Γιατί «αποστασία» η πρόσκληση του Τσίπρα; Τι διαφορετικό κάνει απ’ ότι κάνετε εσείς χρόνια τώρα;

Καταρχάς, για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Η «αποστασία» δεν αφορούσε σε βουλευτές που έφυγαν από το κόμμα τους. Ούτε σε βουλευτές που έριξαν την κυβέρνησή τους, αλλά σε βουλευτές συγκεκριμένου κόμματος, της Ένωσης Κέντρου, που αποδέχτηκαν να νομιμοποιήσουν το πραξικόπημα του βασιλιά τον Ιούλιο του 1965, το οποίο οδήγησε τον Γ. Παπανδρέου, αρχηγό του συγκεκριμένου κόμματος, να παραιτηθεί από την κυβέρνηση. Επομένως δεν μιλάμε για τα ίδια πράγματα.

Όμως αλλού είναι το θέμα. Ο πανικός του Βενιζέλου και του Κεδίκογλου έχει βάση. Ξέρουν πολύ καλά ότι την ίδια στιγμή που το δίδυμο Σαμαρά-Βενιζέλου επιχειρεί να εξαγοράσει την υποστήριξη βουλευτών από όλο το φάσμα του κοινοβουλίου για να ενισχυθεί η δική τους ισχνή και εκλογικά ανύπαρκτη πλειοψηφία, κάτι ανάλογο επιχειρούν άλλα κέντρα. Ξέρουν πολύ καλά ότι υπάρχουν υπόγειες διασυνδέσεις της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ τόσο με το Παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, όσο και με την Καραμανλική Νέα Δημοκρατία.

Ξέρουν πολύ καλά ότι το φαινόμενο Τζάκρη δεν ούτε είναι τυχαίο, ούτε μεμονωμένο. Με τέτοια ισχνή πλειοψηφία στην Βουλή, οι Σαμαράς-Βενιζέλος ξέρουν πολύ καλά ότι είναι έρμαια της «εσωκομματικής» τους αντιπολίτευσης. Ξέρουν επίσης πολύ καλά ότι κάποιοι στα παρασκήνια προωθούν λύση ευρείας συνεργασίας με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ που μπορεί να απλώνεται από το «βαθύ ΠΑΣΟΚ», έως τον Κουβέλη της ΔΗΜΑΡ με τις ευλογίες ακόμη και των βαρόνων της Νέας Δημοκρατίας που βλέπουν την πρωτοφανή συρρίκνωση και διάλυση του κόμματός τους από την ομάδα Σαμαρά κι ανησυχούν βαθύτατα.

Από την άλλη με την δήλωσή του αυτή ο κ. Τσίπρας δηλώνει ξεκάθαρα ότι συμμετέχει ενεργά στα παιχνίδια αυτά του παρασκηνίου. Ξεκαθαρίζει ότι θέλει μια ελεγχόμενη πτώση της κυβέρνησης με τέτοιο τρόπο ώστε να εξαγνίζει τα μέχρι τώρα στηρίγματά της προκείμενου να χρησιμοποιηθούν σε μια αυριανή πολιτική κατάσταση.

Έτσι καλεί τον κόσμο να ξεχάσει ποιοι είναι αυτοί που έβαλαν πλάτες τουλάχιστον τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια στο γενικό ξεπούλημα της χώρας και την μαζική εξόντωση του λαού, που ο ίδιος ο στρατηλάτης της αριστεράς ονοματίζει «ανθρωπιστική κρίση», λες και πρόκειται για το αποτέλεσμα κάποιου φυσικού φαινομένου, κάποιας απρόσμενης θυελλώδους καταιγίδας. Αν ανοίξουν τον δρόμο στη διακυβέρνηση Τσίπρα, όπως αυτή φαίνεται να προετοιμάζεται στο παρασκήνιο, όλα θα τους συγχωρεθούν, ότι έκαναν θα ξεχαστούν, θα βρουν ξανά την αποδοχή της εκλογικής πελατείας που πάνω της βυσσοδόμησαν άγρια και θα ξαναβρούν την χαμένη τους «πολιτική αξιοπρέπεια». Κούνια που σας κούναγε όλους, με πρώτο τον Τσίπρα.

Η κοινή λογική λέει ότι όταν πας να στηριχθείς σε λωποδύτες, σε επίορκους και αδίστακτους συμφεροντολόγους, όπως είναι όλοι αυτοί που στήριξαν με την ψήφο τους και την συμμετοχή τους στη δημιουργία αυτού του καθεστώτος νέας κατοχής, τότε δεν μπορεί παρά να είσαι κι εσύ μια από τα ίδια. Με άλλα λόγια βρήκε ο σκύλος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του, όπως λέει κι ο λαός μας.

Υπό καθεστώς απολυταρχίας

Το βασικό όμως ερώτημα που προσωπικά μας απασχολεί είναι το εξής: Γιατί οι ηγεσίες και οι μηχανισμοί των κομμάτων μπορούν με τέτοια άνεση να παίζουν παιχνίδια κορυφής και να ασκούνται στην πολιτική του παρασκηνίου με δούναι-λαβείν βουλευτών και άλλων, αλλά τους πιάνει σύγκρυο μόλις τεθεί θέμα ανοιχτής διάσπασης του κόμματος;

Γιατί στα σημερινά κόμματα του κοινοβουλίου, μηδενός εξαιρουμένου, υπάρχει τέτοια θεοσέβεια; Γιατί όταν υπάρχουν κορυφαία ζητήματα που διχάζουν την κοινωνία και το ίδιο το κόμμα, ζητήματα ζωής ή θανάτου για τον λαό και την χώρα, δεν πρέπει να αποτελέσουν casus belli ακόμη κι αν οδηγήσουν σε διάσπαση και διάλυση το ίδιο το κόμμα; Γιατί το κόμμα να είναι πάνω από την κοινωνία και τα προβλήματά της; Γιατί ο διχασμός μέσα στην κοινωνία να φέρει και τον διχασμό μέσα στα κόμματα; Τι σόι τερατώδης διαστροφή είναι αυτή;

Αυτή η τερατώδης διαστροφή δεν κυριαρχεί μόνο στα κόμματα υβρίδια που κρατιούνται στην κυβέρνηση με νύχια και με δόντια, απειλώντας θεούς και δαίμονες μην τυχόν και χάσουν την εξουσία, αλλά και στα κόμματα της αριστεράς. Το Führerprinzip δεν ήταν επινόηση ούτε του Χίλτερ, ούτε αφορούσε μόνο τα ναζιστικά κόμματα, όπως θεωρούν ορισμένοι ανεκδιήγητοι τύποι, αλλά αντλεί την καταγωγή του από εκείνους τους θεωρητικούς που έτρεμαν την δημοκρατία σαν πεδίο ανοιχτής αναμέτρησης με όρους κοινωνικής και πολιτικής διαπάλης.

Ήθελαν λοιπόν μια εξουσία που να στέκεται πάνω και πέρα από αυτές τις διαμάχες και να εξασφαλίζει την ενότητα της πολιτείας. Ο συντηρητικός Ντισραέλι διαπίστωνε τον βαθύ διχασμό της Βρετανίας της εποχής του σε τέτοιο βαθμό που μιλούσε για «δυο έθνη»: «Δύο έθνη ανάμεσα στα οποία δεν υπάρχει καμία επαφή και καμία συμπάθεια… Οι πλούσιοι και οι φτωχοί».[1] Ο τρόμος ότι η δημοκρατία είναι το προνομιακό πεδίο της ανειρήνευτης αναμέτρησης αυτών των «δυο εθνών», τον έκαναν να πιστεύει ότι η «ελεύθερη Μοναρχία», ήταν η ιδανικότερη να εκφράσει την ενότητα του έθνους, του λαού και της πολιτείας.

Αργότερα, όταν οι αγώνες των λαών για δημοκρατία δεν επέτρεπαν πια την ύπαρξη μονάρχη, τη θέση αυτής της «πολιτικά ουδέτερης» εξουσίας πήρε ο Πρόεδρος, ο οποίος υποτίθεται ότι εκφράζει στο πρόσωπό του την ενότητα που πριν εξέφραζε ο μονάρχης. Και μάλιστα για να του δοθεί το ανάλογο κύρος που κάποτε είχε η μοναρχία, τον έβαλαν να εκλέγεται απευθείας από τον λαό ώστε να στέκεται πάνω από τις διαμάχες ανάμεσα σε κόμματα, σχήματα και δυνάμεις που πυροδοτεί η ίδια η κατάσταση μιας βαθιά διχασμένης κοινωνίας.

Στο σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1918, που επέβαλλε η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία, βασιζόταν στην «πολιτική ουδετερότητα» του Προέδρου, ο οποίος με το άρθρο 48 είχε την δυνατότητα να αναστέλλει βασικές διατάξεις του συντάγματος, ακόμη και να επεμβαίνει επικεφαλής του στρατού «αν η δημόσια ασφάλεια και τάξη στο Γερμανικό Ράιχ έχει διαταραχθεί σε σημαντικό βαθμό ή κινδυνεύει». Με τον τρόπο αυτό θεσπιζόταν επίσημα και συνταγματικά η Führerprinzip, η οποία τελικά οδήγησε στο ναζισμό.

Ο συνταγματολόγος Δημ. Τσάτσος, όταν ακόμη τιμούσε τις δημοκρατικές περγαμηνές της επιστήμης του, έγραφε σχετικά: «Η εξέλιξη και η πτώση της Βαϊμάρης ρίχνει φως στις συνέπειες που έχει στην πολιτική πραγματικότητα η σχετικοποίηση της Δημοκρατίας, με βάση την αρχή της «πολιτικής ουδετερότητας». Η πολιτική ουδετερότητα του προέδρου του Reich, δηλαδή η πολιτική του νομιμοποίηση με βάση αρχή εξωδημοκρατική, ήταν μια πρώτη συμβολή στη δημιουργία του πολιτικού συνθήματος του «Führerprinzip». Η ουδετερότητα της υπαλληλίας όλων των κλάδων βρήκε τους φορείς της άτομα με «ουδέτερη» πολιτική συνείδηση, έτοιμα να δεχτούν μέσα σε μια νύχτα το «νέο κράτος» του εθνικοσοσιαλισμού. Για τον «πολιτικά ουδέτερο» υπάλληλο η πίστη και η υποταγή του προς το «κράτος» δεν είχε καμιά εξάρτηση από το βασικά ηθικά θεμέλια του πολιτεύματος. Η μετάβαση από τη Βαϊμάρη στον εθνικοσοσιαλιστικό ολοκληρωτισμό έδειξε ποια είναι η συνέπεια της πολιτικής ουδετερότητας. Με βάση τη θεωρία αυτή διευκολύνθηκε ο ολοκληρωτισμός και επομένως ενισχύθηκε η ιδέα πώς δεν είναι οι αξίες εκείνες που νομιμοποιούν το κράτος, αλλά το κράτος εκείνο που νομιμοποιεί τις αξίες.»[2]  

Το κόμμα ως ιερατική πολιτεία

Βάλτε όπου «κράτος», το «κόμμα» και θα βρείτε την κατάσταση μέσα στην οποία έχουν βυθιστεί όλοι οι κομματικοί σχηματισμοί του επίσημου πολιτικού συστήματος. Η Führerprinzip υπάρχει και διαφεντεύει όλα τα επίσημα κόμματα. Ιδίως εκεί όπου ο Πρόεδρος, ο ηγέτης του κόμματος, ψηφίζεται απευθείας από την «βάση». Να γιατί σε όλα τα κόμματα η έμπρακτη αμφισβήτηση του ηγέτη και η ανοιχτή αναμέτρηση με την ηγεσία, συνιστά μοιραίο αμάρτημα. Ενώ η κομματική υπαλληλία, δηλαδή η γραφειοκρατία του κόμματος, τηρεί «πολιτικά ουδέτερη» στάση απέναντι σε κάθε ακανθώδες ζήτημα που εκ των πραγμάτων διχάζει το κομματικό σώμα. Ακολουθεί πάντα πιστά τον εκάστοτε ηγέτη. Ενώ η διαπάλη για τις αρχές υποβιβάζεται σε μια αντιπαράθεση αυστηρά εντός των οργάνων και τηρουμένων των τυπικών διαδικασιών υπό τον διαρκή φόβο της διάσπασης της επίπλαστης ενότητας.

Από τότε που τα κόμματα μεταλλάχθηκαν από συνασπισμός «ισχυρών ανδρών» του κοινοβουλίου και της πολιτικής – όπου ο καθένας εύκολα μεταπηδούσε σε άλλο κόμμα, ή άλλαζε συνασπισμό συμφερόντων προκειμένου να έχει καλύτερη τύχη – σε μηχανισμούς κομματικών γραφειοκρατών εξαρτημένων από τον κρατικό κορβανά και τη νομή της εξουσίας, η «ενότητα του κόμματος» και το αλάθητο, το αδιαφιλονίκητο της ηγεσίας αποτέλεσαν τους δυο βασικούς πυλώνες της νέας κομματικής πραγματικότητας.

Ο λόγος είναι απλός. «Η γραφειοκρατία είναι η république prêtre[3] έγραφε εύστοχα ο Μαρξ. Δηλαδή μια ιερατική πολιτεία σαν των Ιησουιτών, των μυημένων, του κλειστού κύκλου που έξω απ’ αυτόν δεν υπάρχει ζωή, ή αλήθεια. Ένα είδος μεσαιωνικής μασονικής στοάς. Η δουλειά της είναι να αντικαθιστά την ουσία με τον τύπο. Να δημιουργεί μια φανταστική πραγματικότητα δίπλα και πάνω στην αληθινή.

Κι όπως στο κράτος έτσι και στο κόμμα, η γραφειοκρατία αντιπροσωπεύει το φανταστικό κόμμα δίπλα και πάνω στο πραγματικό κόμμα. Κάθε πράγμα λοιπόν έχει διπλή σημασία, μια σημασία πραγματική και μια σημασία γραφειοκρατική, όπως και κάθε γνώση είναι γνώση διπλή, γνώση πραγματική και γνώση γραφειοκρατική. Το καθολικό πνεύμα της γραφειοκρατίας είναι το μυστικό, το μυστήριο που φυλάγεται από την ιεραρχία προς τα μέσα κι από τον χαρακτήρα της σαν κλειστής συντεχνίας προς τα έξω. Η ιεραρχία ξέρει. Όσοι βρίσκονται εκτός δεν ξέρουν και δεν πρέπει να ξέρουν. Οφείλουν απλά να συμμορφώνονται και να ακολουθούν. Δεν έχουν δικαίωμα ούτε αυτόβουλης δράσης, ούτε απόφασης για μεγάλα και κρίσιμα ζητήματα.

Ο Μαρξ έγραφε για την γραφειοκρατία: «Η Αρχή είναι η αρχή της γνώσης της και η ειδωλολατρία της Αρχής η πεποίθησή της. Στο εσωτερικό της όμως ο σπιριτουαλισμός μετατρέπεται σε χυδαίο υλισμό, στον υλισμό της παθητικής υποταγής, της τυφλής πίστης στην εξουσία, του μηχανισμού μιας καθορισμένης τυπικής δραστηριότητας, καθορισμένων αρχών, απόψεων και παραδόσεων.»[4] Δεν υπάρχει μεγαλύτερη επιβεβαίωση αυτής της διατύπωσης από την αναγωγή του κόμματος σε κάτι το μεταφυσικό, πάνω από την κοινωνία, τον λαό και τους πολίτες. Το κόμμα, σύμφωνα πάντα με το γραφειοκρατικό πνεύμα, είναι ο φορέας της κοινωνικής και πολιτικής δράσης κι όχι η ίδια η κοινωνία, ο ίδιος ο λαός.

Δεν υπάρχει ζωή έξω από το κόμμα, γι’ αυτό και η «ενότητα του κόμματος» υπήρξε για την κομματική γραφειοκρατία το raison detre της ίδιας της ύπαρξής της και άρα της ύπαρξης ολόκληρης της ζωής. Γι’ αυτό και είναι αδιανόητο να μιλήσεις σε κόμματα όπου κυριαρχεί η γραφειοκρατία, για διασπάσεις. Ιδίως όταν αυτό το κόμμα βρίσκεται μπροστά στην εξουσία. Φαντάζει ιεροσυλία μεγαλύτερη από την ασέλγεια σε ιερό χώρο. Μόνο η ηγεσία έχει δικαίωμα να αποπέμπει. Όπως ακριβώς το ιερατείο αποπέμπει τους αιρετικούς, δηλαδή τους διασπαστές.

Πρώτα ο λαός, ή το κόμμα;

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κανένα αληθινά επαναστατικό ή ριζοσπαστικό κόμμα δεν αναδείχθηκε ποτέ σ’ αληθινά μάχιμη δύναμη για τον λαό, αν το ίδιο πρώτα δεν ανέδειξε την εσωκομματική ανοικτή και «οξεία πάλη των τάσεων»[5] ως κορυφαίο «ανάχωμα» ενάντια στο βάλτωμα, τον εφησυχασμό, την αποσυνθετική ατμόσφαιρα της ρουτίνας, τον εσωτερικό διχασμό σε γραφειοκράτες και οπαδούς.

Αντίθετα, όποτε η τυπολατρική «κομματική ενότητα» επέβαλλε το στρογγύλεμα των διαφορών και την εκπαραθύρωση της εσωκομματικής ιδεολογικοπολιτικής ζύμωσης, είτε με την σιδερένια πυγμή του ηγετικού μηχανισμού, είτε στο όνομα μιας τυπικής και ανούσιας δημοκρατίας, τότε η διαφθορά ακόμη και πραγματικών αγωνιστών – μέσα απ’ τον εθισμό τους στην ίντριγκα και το παρασκήνιο – συνιστούσε ανέκαθεν γενικό κανόνα.
Αυτό τον κανόνα εξέφραζε κι ο Φερντινάντ Λασσάλ όταν στα 1852 έγραφε στον Κάρλ Μάρξ: «Η εσωκομματική πάλη δίνει στο κόμμα δύναμη και ζωτικότητα. Η μεγαλύτερη απόδειξη της αδυναμίας ενός κόμματος είναι η πλαδαρότητα του και η άμβλυνση των διαφορών που έχουν διαγραφεί με σαφήνεια. Το κόμμα δυναμώνει όταν ξεκαθαρίζει τις γραμμές του.»[6]

Με την σειρά του ο Ένγκελς ήταν αμείλικτος μ’ όλους εκείνους τους δυστυχείς που αδυνατούσαν να κατανοήσουν την σημασία της ιδεολογικοπολιτικής αναμέτρησης στο εσωτερικό του κινήματος και καλούσαν κάθε φορά σ’ «ενότητα» ξεχνώντας τις βαθιές διαφορές σκοπού και μέσων: «Κανείς – έγραφε ο Ένγκελς εκ μέρους του ίδιου και του Μάρξ – δεν πρέπει ν’ αφήνει τον εαυτό του να παραπλανάται από τις φωνές για «ενότητα».Αυτοί που έχουν συχνότερα στα χείλια τους αυτή την λέξη, είναι οι ίδιοι που προκαλούν την περισσότερη φασαρία,… είναι εκείνοι που προκαλούν όλες τις διασπάσεις, την οχλοβοή για το τίποτα,... Αυτοί οι φανατικοί με την ενότητα είναι είτε στενόμυαλοι άνθρωποι που θέλουν ν’ ανακατέψουν τα πάντα σ’ έναν ακαθόριστο χυλό, ο οποίος την στιγμή που θ’ αφεθεί να κατακαθίσει, ξαναφέρνει στην επιφάνεια τις διαφορές αλλά μ’ ακόμη πιο οξεία αντίθεση γιατί αυτή την φορά θα βρίσκονται όλες στο ίδιο τσουκάλι… είτε είναι άνθρωποι που ασυνείδητα (…) ή συνειδητά θέλουν να ευνουχίσουν το κίνημα. Αυτός είναι ο λόγος που οι χειρότεροι σεχταριστές, οι μεγαλύτεροι καβγατζήδες και οι παλιάνθρωποι φωνάζουν κατά καιρούς δυνατότερα απ’ όλους για την ενότητα. Κανένας καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής μας δεν μας έφερε χειρότερους μπελάδες και περισσότερους καυγάδες απ’ αυτούς που φωνάζουν για ενότητα.»[7]

Κι ο Ένγκελς κατέληγε: «Επιπλέον, ακόμη κι ο γέρο-Χέγκελ έλεγε: ένα κόμμα αναδεικνύεται θριαμβευτής μόνο μέσα απ’ την διάσπαση κι επιπλέον κατορθώνοντας ν’ αντέξει αυτή την διάσπαση. Το κίνημα του προλεταριάτου είναι υποχρεωμένο να περάσει μέσα από ποικίλα στάδια ανάπτυξης. Σε κάθε στάδιο ένα μέρος του κόσμου κολλά και δεν μπορεί ν’ ακολουθήσει την πορεία προς τα μπρος. Και μόνο αυτό είναι αρκετό για να εξηγήσει γιατί η «αλληλεγγύη του προλεταριάτου» υλοποιείται στην πραγματικότητα παντού μέσα από διαφορετικές κομματικές ομαδοποιήσεις, οι οποίες επιδίδονται σε βεντέτες ζωής και θανάτου μεταξύ τους, όπως γινόταν κι ανάμεσα στις Χριστιανικές σέχτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ακόμη και την εποχή των χειρότερων διωγμών»[8].

Κι αυτό ισχύει στην πολιτική γενικά και στο κίνημα ειδικά, με την ίδια αναγκαιότητα που στο βασίλειο των ζώων και των φυτών λειτουργεί η «φυσική επιλογή»! Όποιος ξεχνά αυτή την θεμελιώδη αλήθεια, είτε είναι πολιτικά αγράμματος κι άρα άχρηστος για το κίνημα, είτε τυπικός πολιτικάντης κι άρα επικίνδυνος για το κίνημα. Δεν υπάρχει άλλωστε κι άλλος τρόπος για να γλυτώσει κανείς από την γραφειοκρατία και το πνεύμα της, το οποίο ανθεί όπου κυριαρχεί η λιτανεία του κόμματος.

Όποιος θέτει πάνω απ’ όλα την ενότητα του ίδιου του λαού, του προλεταριάτου όπως έλεγε ο Ένγκελς, στον αγώνα του για τα δικαιώματα και την χειραφέτησή του, δεν τον τρομάζει η διάσπαση. Ξέρει πολύ καλά ότι το κόμμα, η συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης δεν ήταν ποτέ και ούτε μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Δεν υπάρχει πάνω από την κοινωνία παρά μόνο σαν γραφειοκρατική διαστροφή. Γνωρίζει ότι το κόμμα και γενικά η οργάνωση οφείλει να είναι το πολιτικό μέσο έκφρασης και ο αναγκαίος καταλύτης για την συγκρότηση του ίδιου λαού σε μάχιμη δύναμη για τον εαυτό του.

Αν δεν μπορεί να το κάνει, αν έχει μεταβληθεί σ’ ένα γραφειοκρατικό ξόανο, τότε στο διάολο με το κόμμα, στα τσακίδια κι ακόμη παραπέρα. Όχι απλά η διάσπαση οφείλει να τεθεί στην ημερήσια διάταξη του κόμματος, αλλά η κήρυξη ανοιχτού πολέμου είναι κάτι παραπάνω από αναπόφευκτη – όπως ακριβώς στο ζωικό βασίλειο ανάμεσα σε διαφορετικά είδη για την επιβίωση – με όλα τα όπλα της ανελέητης κριτικής να στοχεύουν στην ολοκληρωτική συντριβή και εξάλειψη εκείνου του μορφώματος που έχασε κάθε νόημα ύπαρξης για τον λαό και στέκει εμπόδιο στην δράση του. Πρώτα και πάνω απ’ όλα προέχει το συμφέρον του λαού και η ανάγκη αυτός ο ίδιος, όχι κάποιος κομματικός μηχανισμός στο όνομά του, να πάρει την υπόθεση στα χέρια του.

Ανελέητη κριτική χωρίς να χαριζόμαστε σε κανέναν

Όπου βλέπετε κόμματα και πολιτικούς σχηματισμούς να φοβούνται την διάσπαση, να κλείνουν ερμητικά τις πόρτες για να μην ακουστούν οι διαφωνίες και οι αντιπαραθέσεις, να τα βρίσκουν για την «ενότητα του κόμματος» τάσεις, ή απόψεις, που φαινομενικά είναι ριζικά διαφορετικές στο πολιτικό δια ταύτα, τότε να είστε σίγουροι ότι εκεί βασιλεύει η ίντριγκα και η ύποπτη σκοπιμότητα κάθε είδους. Να είστε σίγουροι ότι έχει εκλείψει προ πολλού η πολιτική ακεραιότητα και αξιοπρέπεια, ενώ κυριαρχεί η προσωπική ιδιοτέλεια, η καθηλωτική αμηχανία και η απαξίωση κάθε αληθινού νοήματος της πραγματικής ζωής, που έτσι ή αλλιώς είναι γι’ αυτούς νεκρή.

Υπάρχει μόνο η μεταφυσική μετουσίωση της ζωής στο κόμμα που απαιτεί από όλα τα μέλη και τους οπαδούς του να του συμπεριφέρονται με τρόπο ιησουίτικο, είτε έχουν, είτε δεν έχουν επίγνωση του ιησουιτισμού τους. Να γιατί το κόμμα στέκεται πέρα και πάνω απ’ όλα. Ενώ ακόμη και η αληθινή ζωή θα πρέπει να βρει την δικαίωσή της μέσα από το κόμμα. Δεν είναι ο λαός και οι τάξεις που οφείλουν να δημιουργήσουν αφεαυτού τους τα κόμματα, τους σχηματισμούς και τις συλλογικότητες που χρειάζονται στην δράση τους, αλλά αντίθετα τα κόμματα είναι εκείνα που πρέπει να δημιουργήσουν τον λαό και τις τάξεις.

Κι όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις τα κόμματα δημιουργούν το εικόνισμα του λαού και των κοινωνικών τάξεων που τους βολεύει, στη θέση του αληθινού λαού και των κοινωνικών του τάξεων που υπάρχουν στην αληθινή ζωή. Ένα εικόνισμα που αποβλακώνει τους πιστούς οπαδούς και αποχαυνώνει όλους τους υπόλοιπους, ώστε να υποκύψουν στον «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας», όπως τον διατύπωσε ο Ρόμπερτ Μίχελς μελετώντας στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα την γραφειοκρατική μετάλλαξη της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας – το αρχέτυπο της οργάνωσης για όλα τα μαζικά κόμματα της αριστεράς, ακόμη και των κομμουνιστών.

Όποιος λοιπόν τρέμει την διάσπαση και την αναμέτρηση μέχρις τελικής πτώσης. Όταν κι όποτε το επιβάλλουν τα πιο ζωτικά και άμεσα συμφέροντα του λαού. Όταν και όποτε κρίνεται η τύχη της χώρας και του λαού. Όποιος δεν καταλαβαίνει γιατί η ενότητα του λαού, ή του προλεταριάτου κατά τον Ένγκελς, περνά αναγκαστικά «μέσα από διαφορετικές κομματικές ομαδοποιήσεις, οι οποίες επιδίδονται σε βεντέτες ζωής και θανάτου μεταξύ τους, όπως γινόταν κι ανάμεσα στις Χριστιανικές σέχτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ακόμη και την εποχή των χειρότερων διωγμών,» τότε είναι αιχμάλωτος μιας βαθιάς γραφειοκρατικής αντίληψης που θέλει τον λαό υποχείριο των κομμάτων και των μηχανισμών τους. Δεν βλέπει έξω από τον κύκλο της γραφειοκρατίας και δεν αντιλαμβάνεται την αληθινή ζωή παρά μόνο στην φανταστική της απεικόνιση μέσα από τους μηχανισμούς του κόμματος.  

Αντί για την αληθινή δημοκρατία όπου οι αντιπαραθέσεις διεξάγονται ελεύθερα και δημόσια με όλη τους την δυναμική έως την τελική λύση τους, έως ότου ξεκαθαρίσει το τοπίο, η γραφειοκρατία προτιμά μια καρικατούρα κοινοβουλευτισμού με όλα τα κουσούρια του, την ίντριγκα, το παρασκήνιο, τις ισορροπίες του μηχανισμού, τα πισώπλατα μαχαιρώματα, την εξαγορά και την εξάρτηση από την δοσμένη ηγεσία που ελέγχει πάντα το ταμείο και την χρηματοδότηση του κόμματος. Ο εσωτερικός μικρόκοσμος του κόμματος αντικαθιστά τον αληθινό κόσμο, οι διαμάχες για την καρέκλα και τον έλεγχο του μηχανισμού αντικαθιστούν την αναμέτρηση πάνω σε προγράμματα και αρχές.

Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!

Για τον γραφειοκράτη δεν υπάρχει κοινωνικό υποκείμενο, δεν υπάρχει λαός ικανός να αυτενεργήσει, να δράσει αυτόβουλα μέσα από τις ξεχωριστές τάξεις που τον απαρτίζουν, αλλά και μέσα από τις δικές του συλλογικότητες που τον ωθεί η ίδια η ζωή του να δημιουργήσει. Για τον γραφειοκράτη υπάρχουν μόνο μηχανισμοί που επιδρούν πάνω στον λαό, ή τον εκφράζουν με όρους οπαδού. Η σκέψη και η ιδεολογία του αναπαράγει τις λογικές της απολυταρχίας που αντιμετώπιζε τον λαό πάντα σαν αντικείμενο χειραγώγησης. Όπως για τους παλιούς εκπροσώπους της απολυταρχίας η θέληση του λαού δεν μπορούσε να εκδηλωθεί με κανέναν άλλο τρόπο παρά στο πρόσωπο του απόλυτου εξουσιαστή του, στο πρόσωπο του μονάρχη, έτσι και οι γραφειοκράτες της πολιτικής αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο την έκφραση του λαού από το κόμμα, ή το κράτος και τους θεσμούς του.

Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει από αυτό το σκυλολόι της κομματικής γραφειοκρατίας ότι ο λαός φταίει, ότι ο λαός δεν είναι έτοιμος, ότι ο λαός δεν είναι ώριμος, ότι ο λαός δεν ξεσηκώνεται και γενικά για το πόσο ξεπουλημένη και πόσο καθεστωτική είναι η δεξιά, η αριστερά και τα κόμματά της στην Ελλάδα, φταίει πάντα ο λαός. Όπως και γι’ αυτούς που κυβερνάνε. Πόσες και πόσες φορές δεν άκουσες να σου χρεώνουν τις συμμορίες που κυβέρνησαν και κυβερνούν αυτόν τον τόπο επαναλαμβάνοντας με ύφος εκατό Μπουργκράφων ότι «ο λαός έχει τους ηγέτες που του αρμόζουν…»

Και το επαναλαμβάνουν με την ίδια απελπιστική και αντιδραστική ηλιθιότητα με την οποία ο κόμης Ζοζέφ ντε Μεστρ – ένας από τους πιο σκληροπυρηνικούς υπερασπιστές της «ελέω θεού» μοναρχίας – επινόησε το 1811 την γνωστή φράση: Toute nation a le gouvernement qu'elle mérite. «Κάθε έθνος έχει την κυβέρνηση που του αξίζει. Πολύ σκέψη και εμπειρία που πλήρωσα ακριβά, με έπεισαν γι’ αυτήν την αλήθεια ως μαθηματική πρόταση. Κάθε νόμος είναι περιττός ακόμα και θανατηφόρος (όσο εξαιρετικός κι αν είναι από μόνος του), αν το έθνος δεν είναι αντάξιο του νόμου και δεν είναι προϊόν του νόμου.»[9] Και ποιος καθορίζει το νόμο; Μα μόνο αυτός που έχει ορίσει ο Θεός, δηλαδή η ανωτέρα δύναμη που στην ιστορία πάντα είχε και έχει κοσμικά χαρακτηριστικά! Αυτή είναι η πεμπτουσία της απολυταρχίας.

Με τον ίδιο στόμφο αυτού του παλιού σκοταδιστή που λάτρευε τον δήμιο ως βάθρο εκ Θεού όλου του επίγειου μεγαλείου, όλης της εξουσίας, όλης της υποταγής, μιας και είναι «ταυτόχρονα η φρίκη και ο δεσμός της ανθρώπινης οργάνωσης,»[10] εμφανίζονται όλοι οι ηλίθιοι και τα κομματικά στελέχη να ρίχνουν πάντα το φταίξιμο στο λαό γι’ αυτούς που του έχουν κατσικωθεί στο σβέρκο λες και του έδωσαν ποτέ την δυνατότητα να κρίνει με βάση το αληθινό συμφέρον του.

Αφενός τα παχύδερμα της κυβερνητικής εναλλαγής για να του πουν με περίσσια θράσους, «μαζί τα φάγαμε» και αφετέρου η αριστερά της ήττας για να πάρει την εκδίκησή της για την απέχθεια που έχουν γεννήσει στον ελληνικό λαό τα κόμματα και οι επίσημες ιδεολογίες της. Έτσι είναι. Πρέπει να φορτωθεί την ευθύνη ο λαός γενικά, να απαξιωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να χαθεί η ατομική ευθύνη, το ατομικό χρέος προς τον λαό και προπαντός να μετακυλήσει η ευθύνη από την κομματική οπαδοποίηση που εφαρμόζουν όλοι οι επίσημοι μηχανισμοί δεξιάς και αριστεράς προκειμένου να επιβιώνουν σε βάρος της κοινωνίας. 

Κι επειδή ο λαός φταίει, τότε πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Πρέπει σώνει και καλά να διαλέξει: ή την δεξιά της προδοσίας, ή την αριστερά του ξεπουλήματος. Την Σκύλα, ή την Χάρυβδη. Άλλη επιλογή δεν έχει. Μόνο αυτή που έχει προκαθορίσει το επίσημο πολιτικό και κομματικό σύστημα. Υπάρχει χειρότερος ολοκληρωτισμός από αυτή τη λογική;


[1] B. Disraeli, Sybil or, the two Nations, vol. I, London: Henry Colburn, 1845, σ. 149.
[2] Δ. Τσάτσου, Προβλήματα Δημοκρατίας, Αθήνα: Ίκαρος, 1975, σ. 41.
[3] Καρλ Μαρξ, Η Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, Αθήνα: Παπαζήση, 1978, σ. 84.
[4] Ό. π., σ. 85.
[5] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 48ος Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1984, σ. 81.
[6] Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Λένιν ξεκινούσε το Τι να Κάνουμε; Τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας, μ’ αυτό ακριβώς το απόσπασμα απ’ την επιστολή του Λασσάλ στον Μάρξ, της 24ης Ιουνίου 1852. Εκείνη την εποχή ήταν αδιανόητο ακόμη και για τα ηγετικά κόμματα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, να επιτρέψουν στην ανοικτή εσωκομματική ιδεολογικο-πολιτική ζύμωση και την οξεία πάλη των τάσεων, ν’ απειλήσει την πολύτιμη «ενότητα του κόμματος». Μια απ’ τις καθοριστικές προϋποθέσεις του εκφυλισμού της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας ήταν η αναγωγή της κομματικής ενότητας σε αξία καθαυτή, πάνω κι απ’ την οξεία πάλη των τάσεων, που ήταν και η μόνη ικανή να ξεκαθαρίζει τις γραμμές της από συγκαταβατικές αντιλήψεις και πρακτικές. Ακριβώς το ίδιο συνέβη χρόνια αργότερα και με τα κομμουνιστικά κόμματα.
[7] Επιστολή του Φρ. Ένγκελς στον Αύγουστο Μπέμπελ, 20 Ιουνίου 1873. K. Marx & Fr. Engels,Selected CorrespondenceMoscow: Progress Publishers, 1982, p. 266.
[8] ΌΠ., σ. 268
[9] Lettres et Opuscules Inédits du Comte Joseph De Maistre, Tome Premier, Paris: A. Vaton, 1853,σ. 264.
[10] Joseph de Maistre, St Petersburg Dialogues or Conversations on the Temporal Government of Providence, LondonMcGill-Queen University, 1993, σ. 20.