Powered By Blogger
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Είσαι Έλληνας, είσαι Έλληνας. Πίνεις την προδοσία με το γάλα. (Ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)

Στις 22 Απριλίου 1827, (4 Μαΐου με το γρηγοριανό) , στο Φάληρο, ένας ελληνόφωνος Εφιάλτης, που δούλευε για λογαριασμό των Άγγλων και του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου πυροβόλησε, γύρω στις 4 το απόγευμα, και τραυμάτισε στο υπογάστριο τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Ο στρατηγός άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 το πρωί της 23ης Απριλίου 1827, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής.

Δελτίο των 11

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

O Γέρος του Μοριά έρχεται στον κόσμο

O Γέρος του Μοριά έρχεται στον κόσμο
ΧΑΚ 
Ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά».
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.
Το 1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού Αικατερίνη Καρούσου. Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.
Στις 23 Μαρτίου του 1821 συμμετείχε στο υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στρατιωτικό σώμα που κατέλαβε την Καλαμάτα, σηματοδοτώντας την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά, το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στον Μωριά, γιατί αλλιώτικα δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η επανάσταση, όπως πίστευε. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.
Στη μάχη των Δερβενακίων (26 – 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η ίδια, όμως, κυβέρνηση θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων των ετών 1823 και 1824, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον απελευθερώσει τον Μάιο του 1825, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε να καταστείλει την επανάσταση και θα του αναθέσει εκ νέου την αρχιστρατηγία του Αγώνα. Μετρ του κλεφτοπολέμου και της «καμμένης γης», θα κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (7 Οκτωβρίου 1827).
Μετά την απελευθέρωση συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια κι έγινε ένα από τα επιφανή στελέχη του Ρωσικού Κόμματος. Κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάσθηκε σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Όθωνας του χάρισε την ποινή, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και τον ονόμασε αντιστράτηγο.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα με την ερωμένη του Μαργαρίτα Βελισσάρη (η σύζυγός του είχε πεθάνει το 1820), στο ιδιόκτητο σπίτι του, στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Την ίδια περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Πάνο (1798-1824), τον Γενναίο (1806- 1868), τον Κολλίνο (1810-1848) και την Ελένη, ενώ από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη (1836-1893), τον οποίο αναγνώρισε με τη διαθήκη του.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Ο αρχιστράτηγος των Ελλήνων, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ως φιλόσοφος και νομικός

Ο αρχιστράτηγος των Ελλήνων, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ως φιλόσοφος και νομικός
skal 
Ο Γέρος μας του Μοριά είναι γνωστός ως «εθνεγέρτης» και ευρύτερα, ως πολέμαρχος των Ελλήνων. Αυτά έχουν λεχθεί – και λέγονται και ξαναλέγονται. Εγώ δεν σας μιλήσω σήμερα για αυτά· θα σας μιλήσω για κάτι άλλο, για τη σκέψη του και τις εκλάμψεις αυτής της σκέψης· και η εμβάθυνση σε αυτές τις εκλάμψεις είναι απαραίτητη σε οποιονδήποτε θέλει να καταλάβει όχι μόνο τους Νεοέλληνες αλλά ευρύτερα τους ανθρώπους.
Γράφει ο Δημήτρης Μιχαλόπουλος.
Θα αρχίσω με μια επισήμανση γενική. Η Επανάσταση του καπετάν-Θοδωράκη μας δεν ήτανε η Επανάσταση του 1821. Σε αυτήν, είχε καταλάβει πολύ καλά τους ανθρώπους, ήξερε πως οι Μεγάλες Δυνάμεις υπέθαλπαν την τάση των Ελλήνων για Ελευθερία – άρα το θέμα μπορούσε να θεωρηθεί πως ήτανε εξαρχής σε λίγο-πολύ «καλό δρόμο». Για αυτό και απέφευγε να εκτίθεται στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων και άφησε ακώλυτη να εκδηλωθεί η έντονη τάση του για χιούμορ. Είναι εν προκειμένω  γνωστό το πώς διεύθυνε τις επιχειρήσεις κατά τη πολιορκία  του Ακροκόρινθου. Καθόταν σε ένα βράχο κι έδινε διαταγές με μια…ομπρέλλα. Είναι γνωστό επίσης τι είπε κατά τις παραμονές της συντριβής του Δράμαλη. Οι Έλληνες το είχανε ρίξει στο γλέντι (πριν από τη μάχη), οπότε αυτός τρύπησε τη στέγη ενός σπιτιού, ανέβηκε στα κεραμίδια και άρχισε να τους μιλάει με την ανεπανάληπτη ρητορική ερώτηση: «Τι γίνεται, παλληκάρια; Γάμους γιορτάζουμε;» Και το άλλο το αξέχαστο, που πρέπει να το έχουμε στο μυαλό μας ιδίως σήμερα: «Τα τροπάρια, αν δεν  συντροφεύονται από πέτρες και λιθάρια είναι άχρηστα». Καλή, με άλλα λόγια, είναι η προσευχή και η  επίκληση της Θείας Πρόνοιας, αλλά πρέπει ο άνθρωπος να μάχεται μόνος, να ματώνει στον αγώνα, προκειμένου να γίνει άξιος της βοήθειας του Θεού. Ακριβώς,  δηλαδή,  αυτό που λέγανε οι Αρχαίοι: Συν Αθηνά και χείρα κίνει.
Και εδώ θέλω, να σας μιλήσω για τη Φιλοσοφία του Κολοκοτρώνη. Ξέρετε, τα μεγάλα πνεύματα, όπως συχνά μου έλεγε και ένας –μακαρίτης  πια- πολιτικός από τη Λακωνία, συνομιλούν μεταξύ τους καθισμένα το καθένα στις  κορυφές του δικού του καιρού. Ο Κολοκοτρώνης λοιπόν έδωσε τον βραχύτερο και περιεκτικότερο ορισμό της Φιλοσοφίας: Φιλοσοφία, είπε, σημαίνει παρατήρηση. Ή – για να το πούμε διαφορετικά: Ο άνθρωπος αρχίζει να φιλοσοφεί, από τη στιγμή κατά την οποία παύει να πιστεύει τα αυτιά του (δηλαδή το τι λένε οι άλλοι) και πιστεύει τα μάτια του. Και τούτο, επειδή όπως είπε και ο Μακιαβέλλι: «Πολλοί βλέπουνε, λίγοι καταλαβαίνουνε». Και –όσο και αν αυτό πάλι ακούγεται περίεργο- με αυτόν τον βραχύτατο αφορισμό του ο Γέρος μας συνέδεσε τη Σύγχρονη Ελλάδα με την Αρχαία. Σας υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, πως ο Αριστοτέλης άρχισε να θεμελιώνει τη Βιολογία και ευρύτερα τις  Φυσικές Επιστήμες, απλώς παρατηρώντας τι κάνανε οι γαρίδες στα νερά της Μιτυλήνης.
      Φιλοσοφία λοιπόν σημαίνει παρατήρηση – και όλα τα άλλα είναι απλώς ‘παραμυθιάσματα’ του πολιτικοκοινωνικού και οικονομικού κατεστημένου. Και εφόσον η Φιλοσοφία είναι παρατήρηση αξίζει να παρατεθεί εδώ και ένα απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Γέρου μας. Μετά το τέλος της Επανάστασης και τη δικαίωσή του από τον Όθωνα όλοι τον λιβάνιζαν: Όπως και ο ίδιος δήλωσε, «ενδοξότατο» τον έλεγαν, «γενναιότατο» τον αποκαλούσαν, «εξοχότατο» τον  υμνολογούσαν, μόνο «σεβασμιώτατο» και «παναγιώτατο» δεν τον είπανε. Και αυτός απάντησε ως εξής:
Τώρα οπού ενικήσαμεν, οπού ετελειώσαμεν με το καλό τον πόλεμό μας, την Επανάστασή μας, μακαριζόμεθα, επαινώμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμε όμως ηθέλαμε τρώγει κατάραις, αναθέματα. Ομοιάζομεν σαν να είναι εις ένα λιμένα πενήντα-εξήντα καράβια φορτωμένα, ένα από αυτά ξεκόβει, κάνει πανιά, πηγαίνει εις την δουλειά του με μια μεγάλη φορτούνα, με μεγάλο άνεμο, πηγαίνει, πουλεί, κερδίζει, γυρίζει οπίσω σώον. Τότε ακούς όλα τα επίλοιπα καράβια να λέγουν: «Ιδού άνθρωπος, ιδού παλληκάρια, ιδού φρόνιμος και όχι σαν εμείς οπού καθόμεθα έτσι δειλοί, χαϊμένοι», και κατηγορούνται οι καπεταναίοι ως ανάξιοι. Εάν όμως ευδοκιμούσε το καράβι ήθελε είπουν: «Μα τι τρελλός να σηκωθή με τέτοια φορτούνα, με τέτοιον άνεμο, να χαθή ο παλιάνθρωπος, επήρε τον κόσμο στον λαιμό του».
Και πάλι, η σκέψη του εν προκειμένω είναι σαφέστατη. Οι πολλοί, αυτοί δηλαδή που, κατά κανόνα, πιστεύουνε τα αυτιά τους και όχι τα μάτια τους, κρίνουνε από τα αποτελέσματα. Αυτό είναι λάθος – και μάλιστα πολύ μεγάλο. Το δίκαιο, πράγματι, ενός αγώνα δεν έχει να κάνει με την έκβασή του. Τα Ορλωφικά, για να φέρουμε παράδειγμα πρόχειρο, απέτυχαν. Και τι σήμαινε αυτό; Πως, επειδή απέτυχε ο ξεσηκωμός του 1769-1770, δεν είχε ηθική βάση η Επανάσταση του 1821; Όχι βέβαια! Οι πολλοί όμως έτσι κρίνουνε: ο νικητής –προσωρινός έστω- έχει δίκιο. Για αυτό και ο Κολοκοτρώνης, προσεγγίζοντας στο σημείο αυτό, τη σκέψη του Σωκράτη και του Πλάτωνα, δυσπιστούσε βαθύτατα -και δικαιολογημένα- προς κάθε μορφή  κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Πίστευε ότι το –κάθε- σύνταγμα είναι σύντριμα και –επίσης ορθότατα- ότι, εφόσον υπάρχει σύνταγμα, δημοκρατία κ.λπ., κ.λπ., ο Λαός κατά κανόνα εκλέγει ό,τι χειρότερο υπάρχει. Αυτό ακριβώς που ζούμε σήμερα. Και, τέλος, έχει σημασία ο χαρακτηρισμός από αυτόν των πολλών, δηλαδή του κόσμου: Ο κόσμος συχνά είναι προδότης. Και αυτό, διότι κυττάει να προσαρμοστεί στις καταστάσεις που διαμορφώνουνε οι εκάστοτε νικητές. Αυτό το έζησε πολύ έντονα, κατά την πρώτη μεγάλη, τη δική του, προσωπική επανάσταση, εκείνη δηλαδή των ετών  1806-1807, οπότε τον κυνήγησαν κατά πρώτο λόγο οι Χριστιανοί και επικουρικώς  οι Τούρκοι – με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο αδερφός του Δημητράκης και ο Γιάννης, ο περίφημος Ζορμπάς, με τον οποίο είχε δεσμό ιδιαίτερο. Ο Κολοκοτρώνης ορθώς θεώρησε υπεύθυνους για τον θάνατο αυτόν τους καλόγερους της Μονής Αιμυαλών, κοντά στη Δημητσάνα, και επίσης ορθώς τους καταράστηκε. Εκεί και τότε άρχισε και περάτωσε τη διαμόρφωση της προσωπικής του φιλοσοφίας.
Για να κλείσει αυτή η βραχύτατη αναδρομή στη φιλοσοφική σκέψη του Κολοκοτρώνη, θα μου επιτρέψετε μία αναφορά στον τρόπο με τον οποίο διαμόρφωνε και αποκρυστάλλωνε τις αντιλήψεις του. Χωρίς να το ξέρει, ίσως, πλήρως ακολουθούσε το αρχαίο ρητό: Γηράσκω αεί διδσσκόμενος. Ποτέ του δεν έκανε τον έξυπνο. Και εδώ θα σας δώσω δύο παραδείγματα:
Α) Όλοι ξέρουμε τη στρατηγική του σκέψη που έσωσε τον Αγώνα του 1821 και προξένησε έκπληξη από την οποία ακόμη και ο Χένρυ Κίσσινγκερ άργησε να συνέλθει. Καθώς, πράγματι, άρχιζε η Επανάσταση, σε αντίθεση με όλους τους άλλους, αυτός πρότεινε να χτυπηθεί όχι η περιφέρεια αλλά η Τροπολιτζά, δηλαδή το κέντρο της οθωμανικής ισχύος στην Πελοπόννησο. Τη σκέψη αυτήν την είχε πάρει από τους Άγγλους.  Και τούτο, διότι όταν βρισκότανε στα Επτάνησα, οι Άγγλοι σχεδίασαν μία ναυτική επιδρομή κατά της Κωνσταντινούπολης. Ο Κολοκοτρώνης, αντίθετα, ήθελε να αρχίσει η κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκστρατεία από τον Ισθμό της Κορίνθου. Και οι Άγγλοι του εξήγησαν ότι η Κωνσταντινούπολη είναι το κεφάλι· εάν, επομένως, χτυπηθεί το κεφάλι, τα μέλη παραλύουν. Οι Άγγλοι είχανε δίκιο· και αυτό το αναγνώρισε ο Κολοκοτρώνης τονίζοντας ότι, εάν τότε οι Άγγλοι είχανε πραγματικά σκοπό να καταστρέψουν την ισχύ του Σουλτάνου, θα το είχανε κατορθώσει με τη ναυτική τους εκστρατεία. Αλλά αυτοί, όπως και πάλι ορθότατα επεξήγησε ο Γέρος μας, πήγανε τότε στην Κωνσταντινούπολη δια βίζιτα, δηλαδή για επίσκεψη, όχι για πόλεμο, ό,τι δηλαδή έμελλε να κάνουνε αργότερα, το 1915, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Ο Κολοκοτρώνης όμως το είχε πάρει το μάθημά του.
Β) Όταν μπήκε στον Μοριά ο Ιμπραΐμ και δεδομένου ότι η εισήγησή του για την καταστροφή της Τροπολιτζάς δεν εισακούστηκε, έκανε βάση του την Καρύταινα, χωρίς όμως ποτέ του ο ίδιος να κλειστεί μέσα. Αυτό το είχε πάρει από τον Γεώργιο Καστριώτη, τον Σκεντέρμπεη, εθνικό ήρωα των Αλβανών. Διάβασε ο Γέρος τα κατορθώματά του, εντρύφησε σε αυτά και κατάλαβε το μυστικό της επιτυχίας του Σκεντέρμπεη: Ποτέ του δεν εκλείστηκε στην Κρόια. (Η Κρόια είναι οχυρή και δυσπρόσιτη πόλη της Αλβανίας που τότε υπήρξε η πολεμική βάση του Σκεντέρμπεη.)
Έτσι, για ένα πράγμα κυρίως καμάρωνε: Για όσα είχε μάθει στη ζωή του. Και είπε το περίφημο: Ο άνθρωπος είναι ανώτερος από τον διάβολο. Και τούτο, επειδή ο διάβολος είναι απέθαντος και τι έχει καταλάβει; Ενώ ο άνθρωπος πόσα χρόνια ζη, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα… και πόσα πράγματα μαθαίνει στη ζωή του και πόσα, συνακολούθως, κατορθώνει. Έρχεται tabula rasa (άδειο τραπέζι) στον κόσμο αυτόν και φεύγει φορτωμένος εμπειρίες. Ο βίος των ανθρώπων είναι ένα σχολείο όπως θα έλεγε και ο Πλάτωνας.
Θα κλείσω το κομμάτι αυτό με αναφορά στην περίφημη περικεφαλαία του. Η περικεφαλαία του δεν είχε να κάνει με τη –δήθεν- αρχαιολατρεία του. Έλεγε, βέβαια, το περίφημο έξω οι Περσιάνοι, εννοώντας τους Τούρκους, αλλά ποτέ του δεν λησμόνησε ότι ήτανε Χριστιανός – και κατά συνέπεια παιδί του Μεσαίωνα. Το να πιστεύει κανείς πως έβαλε να του φτιάξουνε περικεφαλαία, για να θυμίζει τον Λεωνίδα της Σπάρτης ή τον Μεγαλέξανδρο είναι παράλογο. Τι ήταν λοιπόν η περικεφαλαία του;
Λοιπόν, εδώ σας καλώ όλους σας να δείτε μια από τις κλασσικές προσωπογραφίες τους και να πιστέψετε όχι τα αυτιά σας αλλά τα μάτια σας. Βλέπετε, πράγματι, ότι ο Κολοκοτρώνης, εκτός από την περικεφαλαία, φορούσε χρυσές επωμίδες, σπαλέττες όπως λέγονται και τώρα ακόμα στο Πολεμικό Ναυτικό. Αυτά δεν είναι στοιχεία ελληνικής φορεσιάς: Αποτελούνε μέρη στολής Βρεταννού αξιωματικού – διότι ο Κολοκοτρώνης, σας το θυμίζω αυτό, είχε καταταγεί στον Βρεταννικό Στρατό ως λοχαγός αρχικά  και μετά πήρε προαγωγή σε ταγματάρχη. Με λίγα λόγια, η περικεφαλαία του και οι χρυσές επωμίδες ήτανε εξαρτήματα στολής ανώτερου αξιωματικού του Βρεταννικού Στρατού.
 Γιατί όμως τις φορούσε, περικεφαλαία και επωμίδες, συνεχώς και επιδεικτικώς; Διότι ήξερε πολύ καλά τον Ελληνικό Λαό – και τον κάθε Λαό. Πώς θα τον δέχονταν το 1821 αυτοί που τόσο άγρια τον είχανε κυνηγήσει κατά την περίοδο 1806-1807; Φόρεσε λοιπόν τη στολή του Άγγλου ταγματάρχη, για να μπορέσει να τους επιβληθεί με το αξίωμα που του είχανε δώσει οι Λόρδοι, και να τους ποδηγετήσει.
Τι προκύπτει από όλα αυτά; Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του πραγματιστικού κλάδου της Ηθικής Φιλοσοφίας· και τούτο, επειδή αναζητούσε την απόλυτη αλήθεια μέσω της προσεκτικής παρατήρησης εκείνων που γίνονταν γύρω του. Η απόλυτη αλήθεια για τον Κολοκοτρώνη ταυτιζόταν με τη χριστιανική του πίστη και τη βεβαιότητά του ότι υπάρχει ένας κόσμος αόρατος, ένα επέκεινα  που είναι αντιληπτό μόνο στους ήρωες και τους αγίους. Και κλείνω θυμίζοντάς σας ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατέστρωνε τα σχέδια των πολεμικών του επιχειρήσεων βάσει των ονείρων που είχε στον ύπνο του. Άμα π.χ. έβλεπε χορούς και τραγούδια, καταλάβαινε πως έρχονταν Τούρκοι, σηκωνόταν και ετοιμαζότανε για πόλεμο.
                                                                               * * *
Ετοιμάζω βιβλίο για όλα αυτά που τώρα σας λέω· έτσι δεν θα επεκταθώ περισσότερο. Θα τελειώσω όμως επισημαίνοντάς σας τα χαρακτηριστικά στοιχεία της νομικής του σκέψης, που βέβαια επήγαζαν από την ευρύτερη φιλοσοφική του τοποθέτηση. Κύριο νομικό του αξίωμα  υπήρξε ο βασικός  κανόνας του  Δικαίου: pacta sunt servanda, δηλαδή οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Είναι γνωστό με πόση σχολαστικότητα τηρούσε τις συμφωνίες που έκανε ακόμη και με τον εχθρό. Είναι γνωστό επίσης ότι δεχόταν pacta, δηλαδή συμβάσεις, μόνο μεταξύ ομοίων μερών, εξ ου και απέρριπτε τυχόν σύναψη συμφωνιών κρατικών αρχών με ληστές. Το κυριότερο όμως ‘επιστημονικό’ του επίτευγμα υπήρξε η νομική θεμελίωση της Ελληνικής Επανάστασης: Εφόσον, τόνιζε ο Γέρος μας, ο τελευταίος Αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, είχε προτιμήσει να σκοτωθεί παρά να υπογράψει  συνθήκη με τους Τούρκους, η οθωμανική κυριαρχία στην Ελλάδα δεν ήτανε νόμιμη. Από αυτήν την –επίσης ορθότατη- επιστημονική σύλληψη και παρά τη χριστιανική του Πίστη, πήγαζε και η απέχθειά του προς τους ιεράρχες της Ελληνικής Εκκλησίας, οι οποίοι, με την όλη στάση τους απέναντι στους Οθωμανούς, προσέφεραν στην κυριαρχία αυτών των τελευταίων  επίχρισμα νομιμοποίησης.
Αλλά αυτά θα αναλυθούν ευρύτερα στο βιβλιαράκι που ετοιμάζω. Εδώ θα κλείσω υπενθυμίζοντάς σας πως σήμερα, η ενοποιημένη Γερμανία, στηριγμένη στη σκέψη ακριβώς του δικού μας Κολοκοτρώνη, αρχίζει να προωθεί την άποψη ότι ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος τυπικώς δεν έχει τερματιστεί· και τούτο, διότι, την άνοιξη του 1945, είχε συναφθεί απλώς συμφωνία κατάπαυσης των εχθροπραξιών, χωρίς όμως να έχει υπογραφεί και συνθήκη ειρήνης.
Αλλά αυτά είναι μια άλλη ιστορία…
          Κυρίες και Κύριοι, ευχαριστώ που με ακούσατε – και όλους σας που τώρα με διαβάσατε.
Ομιλία του Δημήτρη Μιχαλόπουλου στην εκδήλωση της Κυριακής, 17ης Φεβρουαρίου 2013, στην Παλιά Βουλή.
 Πηγή: Θεόδοτος, cognoscoteam.gr

Τρίτη 27 Αυγούστου 2019

Από τον Μαρξ έως τον Λένιν και τον Στάλιν - Μια ριζωμένη προκατάληψη εναντίον των Ελλήνων

Μια ριζωμένη προκατάληψη εναντίον τωνASSOCIATED PRESS 
Γιώργος Καραμπελιάς
Συγγραφέας, Πολιτικός Αναλυτής
Η προκατάληψη του Λένιν, των μπολσεβίκων, αλλά και της σταλινικής ηγεσίας στη συνέχεια, εναντίον της Ελλάδας και των Ελλήνων, όπως διεγράφη τόσο στην περίπτωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας και της στήριξης του Κεμάλ, όσο και στην περίπτωση του Μακεδονικού, αποτελεί συνέχεια μιας ανάλογης προκατάληψης του Μαρξ και του Ένγκελς παλιότερα;
Η προκατάληψη του Μαρξ και του Ένγκελς[1] έχει διαφορετική αφετηρία από εκείνη των Ρώσων μαθητών τους, ωστόσο, όπως θα δούμε, υπάρχουν ορισμένες κοινές σταθερές. Πράγματι, στους Μαρξ και Ένγκελς –στροφή που ολοκληρώνεται μετά το 1853, και την «αναβολή» της Επανάστασης στην Ευρώπη, που μετά το ξέσπασμα του 1848 μπήκε σε ύφεση–, η Ρωσία καθίσταται ο κατ’ εξοχήν εχθρός της ευρωπαϊκής Επανάστασης και οι Έλληνες, καθώς και οι ελληνικές και σλαβικές επαναστατικές απόπειρες, καταδικάζονται ως υποκινούμενες από τη Ρωσία!
Σε αυτά τα πλαίσια, η οθωμανική Τουρκία καθίσταται, «αντικειμενικά», σύμμαχος του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, και οι ελληνικές εξεγέρσεις –ακόμα και οι κρητικές επαναστάσεις– όργανα του τσαρισμού, ηθελημένα ή αθέλητα. Μέσα σε αυτήν τη λογική μάλιστα, οι Μαρξ και Ένγκελς ανακαλύπτουν σταδιακώς και με αυξανόμενη επίταση όλο και περισσότερες αρετές στους Τούρκους και όλο και περισσότερα ελαττώματα στους Έλληνες! Ο Ένγκελς, στα 1885, χαρακτήριζε όλους τους βαλκανικούς λαούς «νανοφυλές»:
Αυτά τα άθλια συντρίμμια πρώην εθνών, Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες και ο υπόλοιπος ληστοσυρφετός, που εμπνέει ενθουσιασμό στον φιλελεύθερο Φιλισταίο, για να ωφελούνται οι Ρώσοι…, θέλουν σώνει και καλά να κόψουν τους λαίμαργους λαιμούς τους. Αυτό θα ήταν πολύ ωραίο… αν κάθε μια από αυτές τις νανοφυλές δεν αποφάσιζε για ειρήνη ή για πόλεμο στην Ευρώπη[2].
Ο Μαρξ, κατά τη διάρκεια της κρητικής επανάστασης του 1867, δεν συγκινείται καθόλου από τις σφαγές των Τούρκων και το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου και σε επιστολή του στον Γάλλο σοσιαλιστή και εκδότη εφημερίδας Vermorel, τον επιπλήττει γιατί «κάνετε το φύλλο σας να απηχεί ρωσικά (και ελληνικά, γιατί οι Έλληνες είναι τα όργανα των Ρώσων) ψεύδη, για τη λεγόμενη επανάσταση της Κρήτης»[3]. Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, όταν σε μια νέα Κρητική εξέγερση οι Τούρκοι προέβησαν σε νέες βιαιότητες εναντίον των Ελλήνων, ο Ένγκελς θα χαρακτηρίσει τους επαναστάτες «Κρητικούς προβατοκλέφτες»[4], σε μια έκφραση απόλυτης περιφρόνησης, ενώ αντίθετα πολύ συχνά χαρακτηρίζονται μυθεύματα της ρωσικής προπαγάνδας οι αναφορές σε τουρκικές βαρβαρότητες[5] και επανειλημμένα εξαίρεται ο «Τούρκος αγρότης» για τις αρετές του.
Σύμφωνα με τον Ένγκελς, οι Έλληνες της Τουρκίας έχουν απλώς «δεχθεί την ελληνική γλώσσα, μολονότι στην πραγματικότητα είναι σλαβικής καταγωγής»[6], ενώ εκθειάζεται ο Φαλμεράυερ. Αυτό το τελευταίο επιχείρημα ήταν και ψυχολογικά αναγκαίο, ώστε να απεκδυθούν οι πατέρες του μαρξισμού κάθε πιθανή ενοχή για την παρασπονδία τους απέναντι στους απογόνους των Ελλήνων που τόσο θαύμαζαν, όπως όλοι οι Δυτικοί διανοούμενοι. Απλούστατα δεν ήταν αυθεντικοί Έλληνες, αλλά μάλλον «Σλάβοι»!
Και όμως και οι ίδιοι, μέχρι το καλοκαίρι του 1853, θα τάσσονται μάλλον με το πλευρό των Ελλήνων. Ο Ένγκελς ήδη το 1846 κατήγγελλε την Ιερά Συμμαχία για τη στάση της απέναντι στους Έλληνες που υφίσταντο την τουρκική καταπίεση:
«Ακόμα και το θείο δικαίωμα του Μεγάλου Τούρκου να κρεμάει και να κομματιάζει τους Έλληνες υπηκόους του, υποστήριξε για ένα διάστημα η Ιερά Συμμαχία· αλλά η περίπτωση αυτή ήταν πολύ χτυπητή, κι οι Έλληνες πήραν την άδεια να ξεγλιστρήσουν από τον τουρκικό ζυγό»[7]. Το 1850 δε, σε κοινό τους κείμενο, οι Μαρξ-Ένγκελς υποστήριζαν πως «ο πόλεμος εναντίον της Τουρκίας είναι αναγκαστικά πόλεμος ευρωπαϊκός»[8]Σε επιστολή του ο Ένγκελς, γράφει στον Μαρξ ακόμα και τον Φεβρουάριο του 1853:
Είναι πολύ καλό από μίαν άποψη το ότι οι Times, έστω και προς το συμφέρον της Ρωσίας, χτυπούν επιτέλους την παλιά βλακεία των φιλισταίων σχετικά με την ακεραιότητα της Τουρκίας[9]!
Όμως, μόλις ένα μήνα μετά, αρχίζει η στροφή: Σε μια πρώτη στιγμή, απλώς η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν πρέπει να γίνει προς το συμφέρον της Ρωσίας, θέση που διατηρούν στα αμέσως επόμενα κείμενά τους ο Ένγκελς και ο Μαρξ μέχρι τον Αύγουστο του 1853:
H διατήρηση της τούρκικης ανεξαρτησίας ή, σε περίπτωση πιθανής διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η ματαίωση του ρωσικού σχεδίου προσάρτησης, είναι ζήτημα ύψιστης σημασίας. Στο σημείο αυτό συμβαδίζουν τα συμφέροντα της Επαναστατικής Δημοκρατίας και της Αγγλίας[10].
Ο Μαρξ, τέλος, έγραφε, για τελευταία φορά, προς μια τέτοια κατεύθυνση, στις 5 Αυγούστου 1853, επικρίνοντας τους Δυτικούς:
Όντας πολύ αδύναμες (οι δυτικές δυνάμεις) ή πολύ δειλές για να επιχειρήσουν την ανασυγκρότηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την ίδρυση μιας ελληνικής επικράτειας ή μιας Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας σλαβικών κρατών, ο μόνος τους σκοπός είναι η διατήρηση του status quo, δηλαδή της κατάστασης της σήψης…[11]
Η εθνική αποκατάσταση των Ελλήνων και των Σλάβων των Βαλκανίων αποτελούσε ακόμα για τον Μαρξ μια ορθή πιθανή διέξοδο στο Ανατολικό Ζήτημα. Ήταν η τελευταία έκφραση μιας στάσης που λαμβάνει υπόψη της όχι μόνο τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων, αλλά και την ύπαρξη και τα συμφέροντα των λαών.
Ωστόσο, αμέσως μετά το καλοκαίρι του 1853, ο Μαρξ και ο Ένγκελς θα ολοκληρώσουν τη μετάβασή τους και θα ταυτιστούν ολοκληρωτικά και αμετάκλητα με τις θέσεις των «φιλισταίων», που κατήγγελλαν μόλις μερικούς μήνες πριν, και πλέον θα εμμένουν σταθερά –ή και εμμονικά– σε αυτές, σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους: Κάθε ανατροπή του staus quo στην Τουρκία είναι προς το συμφέρον της Ρωσίας και της «αντεπανάστασης», και οι Έλληνες ή οι λοιποί Βαλκάνιοι μεταβάλλονται, όπως είδαμε, σε περιτρίμματα λαών, τα συμφέροντα των οποίων δεν μετράνε διόλου σε αυτή την «επαναστατική ζυγαριά».
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, εξαιρετικά δυτικοί, οικονομιστές και «Γερμανοί», υποτιμούσαν εν τέλει βαθύτατα τους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και τους Έλληνες, τους οποίους έβλεπαν σαν «εμπόδιο» στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο και παρεμπιπτόντως στην Αγγλία, που προοριζόταν από τους νόμους της καπιταλιστικής συσσώρευσης να επαναστατικοποιήσει όλη την οικουμένη. Γι’ αυτό αδιαφορούσαν όχι μόνο για την τύχη μερικών δεκάδων χιλιάδων Κρητικών, αλλά και των εκατοντάδων εκατομμυρίων Ινδών, μπροστά στα συμφέροντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και, συνεπώς, της ενίσχυσης του προλεταριάτου! Ο «δυτικός μαρξισμός», τον οποίο επικρίνει σε κάποιο βαθμό ο Πέρρυ Άντερσον[12], είναι στην πραγματικότητα ο αυθεντικός μαρξισμός.
Το πόσο «Γερμανοί» παρέμεναν εξάλλου ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν καταδεικνύεται μόνο στην περίπτωση της υποστήριξης της γερμανικής ενοποίησης κάτω από την Πρωσία του Βίσμαρκ, αλλά και από την πίστη τους ότι τίποτε δεν έπρεπε να διαταράσσει την πορεία του γερμανικού προλεταριάτου, κατ’ εξοχήν. Στην προαναφερθείσα επιστολή του στον Μπέμπελ, όπου χαρακτηρίζει ληστοσυρφετό τους βαλκανικούς λαούς, ο Ένγκελς, συνεχίζοντας, αποκαλύπτει τα βαθύτερα κίνητρά του:«Το κίνημά μας πάει τόσο ωραία μπροστά… και χρειαζόμαστε επιτέλους μερικά ακόμα χρόνια ήσυχης εξέλιξης κι ενίσχυσης, έτσι ώστε δεν είναι δυνατό να επιθυμούμε μια μεγάλη πολιτική έκρηξη…»[13] Και, προφανώς, δεν ήταν δυνατόν «άθλια συντρίμμια πρώην εθνών» να απειλούν την ειρηνική ανέλιξη του γερμανικού προλεταριάτου, με άκαιρες επαναστάσεις και πολέμους! Γι’ αυτό λοιπόν ας κατασταλούν τελικώς, από τους Άγγλους και τους Τούρκους! 

Οι μπολσεβίκοι και οι Έλληνες

Βέβαια, η προκατάληψη του Λένιν, του Τρότσκι ή του Στάλιν δεν έχει την ίδια αφετηρία με εκείνη των Μαρξ και Ένγκελς. Τώρα πλέον η Ρωσία έχει αντικαταστήσει τη Γερμανία ως πατρίδα της Επανάστασης, αλλά οι Έλληνες και οι εθνικές τους διεκδικήσεις βρίσκονται και πάλι στη «λάθος» πλευρά της Ιστορίας! Κατά παράδοξο τρόπο, δε, η Τουρκία βρίσκεται και πάλι στην πλευρά των συμμάχων της Επανάστασης, όπως συνέβαινε με τους Μαρξ και Ένγκελς· τότε γιατί συμμαχούσε με την Αγγλία κατά της Ρωσίας, τώρα γιατί συμμαχούσε με την επαναστατική Ρωσία και πάλι κατά της Αγγλίας, που είχε προς στιγμήν αποφασίσει να άρει την υποστήριξή της προς την Τουρκία! Και αμέσως μετά το 1922, στο βαλκανικό πεδίο, και πάλι η Ελλάδα «εμποδίζει» την Επανάσταση στη Βουλγαρία, η οποία ήταν επί θύραις, όπως ήταν κάποτε η ευρωπαϊκή για τους Μαρξ και Ένγκελς, και επομένως πρέπει να υποχωρήσει στο Μακεδονικό.
Προφανώς, η αποστολή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Ουκρανία το 1919, από την κυβέρνηση Βενιζέλου, λειτούργησε αρνητικά· διότι όχι μόνο αποτέλεσε ένα πρόσχημα για τη στήριξη του κεμαλισμού από τον Λένιν, αλλά είχε και δραματικές συνέπειες για τον ελληνισμό της Σοβιετικής Ένωσης, με τις διώξεις κατά των Ποντίων και την επιγενέστερη εξορία τους στην Κεντρική Ασία. Αρκεί όμως για να εξηγήσει τη σχεδόν εμμονική επικέντρωση των Ρώσων στον «ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα» της πολιτικής της Ελλάδας, που επαναλαμβάνεται σε απειράριθμες αποφάσεις της ΚΔ, της ΒΚΟ και του ΚΚΕ, τουλάχιστον μέχρι το 1934, σε ευθεία αντιπαράθεση με την ιστορική πραγματικότητα;
Τωόντι, η συμμαχία του Λένιν με τον Κεμάλ απέβη καθοριστική για τη σταθεροποίησή του κατά το 1921, επιτρέποντάς του να συνάψει στη συνέχεια συμμαχίες και με τις δυτικές δυνάμεις. Σε εκείνη τη φάση, ο εμφύλιος πόλεμος και η επέμβαση των δυτικών δυνάμεων είχαν ουσιαστικά λάβει τέλος, με την οριστική επικράτηση των μπολσεβίκων στις αρχές του 1921. Την ίδια στιγμή, όμως, τα τουρκικά στρατεύματα προήλαυναν στην Υπερκαυκασία και, στις 11 Μαρτίου 1921, κατέλαβαν και το Βατούμ. Αμέσως μετά, στις 16 Μαρτίου 1921, υπεγράφη η ρωσο-τουρκική συνθήκη, η οποία υπήρξε εξαιρετικά ευνοϊκή για την Τουρκία, όχι μόνο έναντι των Ελλήνων αλλά και έναντι των Αρμενίων, οι οποίοι κλήθηκαν μάλιστα «να υποστούν θυσίες για το συμφέρον του κομμουνισμού»[14]! Ήδη τον Μάιο του 1921, έφθασε στην Άγκυρα ένα πρώτο «έμβασμα» τεσσάρων εκατομμ. ρουβλίων, που επέτρεψαν πληρωθούν οι ιταλικές προμήθειες όπλων, ενώ ακολούθησαν άλλα έξι εκατομμ. ρούβλια και σημαντικές αποστολές όπλων και πολεμοφοδίων[15].
Αυτή η πολιτική των μπολσεβίκων σφράγισε αποφασιστικά και το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα. Το γεγονός ότι στο εσωτερικό του κυριάρχησε μια κατεξοχήν α-εθνική, ψευδο-διεθνιστική γραμμή, καθορίστηκε αποφασιστικά από τη Ρωσία και την Κομμουνιστική Διεθνή. Ήταν τόσο μεγάλη η αίγλη και η απήχηση της πρώτης επιτυχημένης σοσιαλιστικής επανάστασης, ώστε εκείνες οι φωνές που, στο εσωτερικό του ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος, έβλεπαν τη σημασία του εθνικού ζητήματος σε μια χώρα η οποία δεν είχε πραγματοποιήσει την εθνική της ολοκλήρωση, πνίγηκαν κυριολεκτικά.Οι απόψεις του Ιθακήσιου Πλάτωνα Δρακούλη, του Πόντιου Γεώργιου Σκληρού και του Κωνσταντινουπολίτη Νίκου Γιαννιού[16], θα εξαφανιστούν κυριολεκτικά κάτω από τη στήριξη που θα προσφέρει η Κ.Δ. στην τουλάχιστον α-εθνική Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης και τους νεαρούς μπολσεβίκους του νεοσύστατου κομμουνιστικού κόμματος.
Η απόρριψη της Μικρασιατικής Εκστρατείας ως ιμπεριαλιστικής-επεκτατικής θα αποτελέσει την αφετηρία για την ex post άρνηση του όποιου εθνικοαπελευθερωτικού πυρήνα της «Μεγάλης Ιδέας», που με τη σειρά της αποτελεί το σημείο-κλειδί για τη διαμόρφωση της αεθνικής ιδεολογίας του ελληνικού κομουνιστικού κινήματος.
Στηριγμένη στο γεγονός της συμμαχίας του ελληνικού κράτους με τους Αγγλογάλλους, κύριο εχθρό των μπολσεβίκων τότε, η ανάλυση της ελληνικής αριστεράς θα επικεντρωθεί αποκλειστικά σε αυτό το ζήτημα και όχι στην εσωτερική πραγματικότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, κατά συνέπεια, των ελληνικών πληθυσμών εκεί. Τι θα έλεγαν σήμερα, π.χ., όταν οι Κούρδοι συμμαχούν ακόμα και με τις ΗΠΑ για να επιτύχουν την απελευθέρωσή τους; Ότι το κίνημά τους είναι «αντιδραστικό»; Αποσιωπούν έτσι το κεντρικό, ιστορικών διαστάσεων, γεγονός της ιστορικής ευκαιρίας που δινόταν στους Έλληνες του Πόντου και της Ιωνίας, τους Αρμενίους, τους Κούρδους, τους Άραβες και τους άλλους λαούς της αυτοκρατορίας, να αποτινάξουν έναν προαιώνιο ζυγό – που ήδη είχε αρχίσει να προσλαμβάνει χαρακτηριστικά γενοκτονίας, με τη συνεπικουρία των Γερμανών. Για τους λαούς της περιοχής, οι λόγοι που έσπρωξαν τις δυτικές δυνάμεις να στραφούν κατά των Οθωμανών αποτελεί δευτερεύον γεγονός. Τέλος, ανακαλύπτουν και ένα «τουρκικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα», που αντιστεκόταν ενάντια στην «ιμπεριαλιστική επέμβαση» των Ελλήνων – αγνοώντας την παρουσία 2,5 εκατομμυρίων Ελλήνων και το γεγονός ότι αυτό το «εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα» εκδηλωνόταν κατ’ εξοχήν μέσα από την εθνοκάθαρση των χριστιανικών λαών της Μικράς Ασίας.
«Ξεχνούσαν» έτσι, πως ένας λαός κατακτητών, όπως ο τουρκικός, δεν είχε στην πραγματικότητα εσωτερικές επαναστατικές δυνατότητες, όπως απεδείχθη από όλη την ιστορική του διαδρομή, και οι αντιδράσεις του έπαιρναν υποχρεωτικά τη μορφή της γενοκτονίας των αλλοφύλων! Η βασική προϋπόθεση, όπως έλεγαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, για να αφυπνιστεί το αγγλικό προλεταριάτο και να εγκαταλείψει τον σοσιαλ-σωβινισμό του, θα ήταν να πάψει να εκμεταλλεύεται τους Ιρλανδούς. Έτσι και στην Τουρκία, η μόνη προϋπόθεση για να εμφανιστεί ένας όντως «δημοκρατικός λαός» θα ήταν να πάψει να καταπιέζει άλλους λαούς και μειονότητες. Και όμως, αυτή την αλφαβήτα, όχι απλώς του μαρξισμού, αλλά του κοινού νου, θα αρνούνται όλοι οι Έλληνες experts ès marxisme, ακολουθώντας τη σταθερά ανθελληνική σοβιετική πολιτική των πρώτων δεκαετιών.
Πιστεύω πως οι αιτίες γι’ αυτή την πολιτική είναι πολλές και έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες, που συχνά παραθεωρούμε. Μια πρώτη –ιδιαίτερα σημαντική και παρασιωπούμενη αιτία– βρίσκεται στο γεγονός πως η Σοβιετική Ρωσία περιλάμβανε στους κόλπους της δεκάδες εκατομμύρια μουσουλμάνους – τουρκόφωνους στην πλειοψηφία τους. Έτσι, μια σταθερά της ρωσικής και σοβιετικής πολιτικής, παρά τον ανταγωνισμό της με την Τουρκία, είναι να παίρνει υπ’ όψη της το βάρος αυτών των μεγάλων πληθυσμών. Εξάλλου, το τουρκο-σοβιετικό σύμφωνο, υπεγράφη πέντε μέρες μετά την κατάληψη του ρώσικου τότε Βατούμ από τα τουρκικά στρατεύματα[17]

Ο «Μακεδονισμός»

Καθ’ όλη την ιστορική περίοδο της διαμόρφωσης του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, από το 1918 μέχρι το 1935, η πολιτική της σοβιετικής ηγεσίας, της Κομμουνιστικής Διεθνούς (αλλά και της Κομινφόρμ μετά τον πόλεμο), θα επιβάλει μια ψευδο-διεθνιστική αντίληψη περί «ελληνικού ιμπεριαλισμού» και επεκτατισμού – και εξαιτίας της ανοικτά φιλοβουλγαρικής πολιτικής τους, με αφετηρία το Μακεδονικό Ζήτημα. Το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα ήταν ιδιαίτερα ασθενές και εθεωρείτο αμελητέα ποσότητα ενώ, αντίθετα, εθεωρείτο άμεσα εφικτή μια επανάσταση στη Βουλγαρία[18], με τη συνεργασία των Βουλγάρων «Μακεδόνων», η οποία θα πυροδοτούσε μια γενικευμένη έκρηξη στο σύνολο των Βαλκανίων. Συναφώς, η σοβιετική ηγεσία στήριζε ανοικτά τον μακεδονισμό των Βουλγάρων αγροτιστών και κομμουνιστών – που με τον Μπλαγκόεφ, τον Δημητρώφ, τον Κολάρωφ, πρωταγωνιστούσαν στο στερέωμα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και συνοδοιπορούσαν με τους μπολσεβίκους ήδη από το 1914. Εξάλλου, το σχήμα, θεωρητικώς τουλάχιστον, εμφανιζόταν ως απολύτως «αντισωβινιστικό», δεν προέβλεπε ενσωμάτωση στη Βουλγαρία, αλλά τη συγκρότηση ενός νέου, ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους – στη φρασεολογία τουλάχιστον της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας. Άλλωστε, οι αποφάσεις των τελευταίων ήταν υποχρεωτικές για τα κομμουνιστικά κόμματα της περιοχής, που αποτελούσαν τμήματά τους, υποκείμενα στον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό[19].
Όταν αναφερόμαστε σε επιβολή της σχετικής αντίληψης της Κομμουνιστικής Διεθνούς, κυριολεκτούμε. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τρίτου Έκτακτου Συνεδρίου του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ), το 1924Στο 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ, Μόσχα 17/6-8/7/1924), είχε ληφθεί η απόφαση «περί ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης», απόφαση που είχαν αποδεχτεί οι αντιπρόσωποι του ελληνικού ΚΚ στο συνέδριο, Παντελής Πουλιόπουλος και Σεραφείμ Μάξιμος, οι οποίοι και ανέλαβαν να τη μεταφέρουν στο ΣΕΚΕ-ΚΚΕ. Όμως, η τότε ηγεσία του κόμματος –ιδιαίτερα ο τότε γραμματέας, Θωμάς Αποστολίδης, καθώς και ο Γιάννης Κορδάτος– αντιδρούσε έντονα και «κωλυσιεργούσε», όπως άλλωστε και το γιουγκοσλαβικό ΚΚ, στην αποδοχή και εφαρμογή της «μακεδονικής γραμμής» της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, που κυριαρχούνταν από τους Βουλγάρους. Έτσι, το Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ (26/11-3/12 1924) συγκλήθηκε –μάλλον παρά τη θέληση της ηγεσίας του– από τον εκπρόσωπο της Κ.Δ., Ντιμίτρι Μανουήλσκι (ειδικό για τα βαλκανικά θέματα).
Στη συζήτηση πάνω στο εθνικό ζήτημα, ο Αποστολίδης προσπάθησε μάταια να αποκρούσει τους Μανουήλσκι και Πουλιόπουλο, καταδεικνύοντας πως, με την εγκατάσταση των προσφύγων και την ανταλλαγή των πληθυσμών, έχει πάψει να υφίσταται «Μακεδονικό Ζήτημα» στην Ελλάδα. Τελικώς, το συνέδριο υιοθέτησε το σύνθημα της «ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας και της ενιαίας και ανεξάρτητης Θράκης», αντικατέστησε τον Αποστολίδη, ορίζοντας ως νέο γραμματέα τον «διεθνιστή και μακεδονιστή» Παντελή Πουλιόπουλο, μελλοντικό ηγέτη του ελληνικού τροτσκισμού[20]Ο Πουλιόπουλος, μάλιστα, έθεσε σε περίοπτη θέση το Μακεδονικό στην ατζέντα του κόμματος, και σε σχετικό άρθρο του στον Ριζοσπάστη της 14/12/1924, υπό τον τίτλο «Το Μακεδονικό Ζήτημα», έγραφε:«Η ελληνική πλουτοκρατία καταδυναστεύει ένα μέρος του μακεδονικού και θρακικού λαού… Αν δεν συντρίψουμε τον εθνικό ζυγό της ντόπιας μπουρζουαζίας που βαρύνει στη Μακεδονία και στη Θράκη, δεν μπορούμε να τσακίσουμε τον κοινωνικό ζυγό της ίδιας μπουρζουαζίας που βαρύνει επάνω σ’ εμάς».
Το ελληνικό «τμήμα» προσαρμόστηκε εν τέλει στη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της ΒΚΟ και δεν έπαυε στη συνέχεια να επανέρχεται σε αυτήν παρά τις διώξεις των μελών του – ανάμεσά τους και με το περιβόητο «Ιδιώνυμο» του Βενιζέλου– καθώς και την απομαζικοποίηση που επέφερε· παρ’ όλα αυτά, πολύ συχνά, η ηγεσία του κόμματος κατηγορούνταν ότι δεν εφάρμοζε με ιδιαίτερη ζέση τη σχετική «γραμμή» και αυτή θα έπρεπε να επανεπιβεβαιώνεται.
Αυτή η πολιτική της σοβιετικής ηγεσίας και της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποτελούσε στην πραγματικότητα συνέχεια της σλαβόφιλης πολιτικής την οποία εγκαινίασαν οι Ρώσοι από τον Κριμαϊκό Πόλεμο και εφεξής και την οποία συνέχισαν οι Σοβιετικοί. Αυτή η σλαβόφιλη πολιτική θα οδηγήσει τους Ρώσους να στηρίξουν συστηματικά τις σωβινιστικές διεκδικήσεις της Βουλγαρίας, κατά τον ύστερο 19ο αιώνα, ενώ οι μπολσεβίκοι θα τάσσονται προνομιακά υπέρ των Βουλγάρων συντρόφων τους ως προς το Μακεδονικό, που το θεωρούσαν κλειδί για να επιτύχουν την περιπόθητη επανάσταση στα Βαλκάνια, που θα έσπαζε την απομόνωση της Σ.Ε. Έτσι, η απελευθέρωση ενός μέρους της Μακεδονίας από τα ελληνικά στρατεύματα, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, μεταφραζόταν σε μια ακόμα εκδήλωση του ελληνικού «επεκτατισμού». Ξεχνούσαν, δηλαδή, ότι οι Έλληνες αποτελούσαν την πλειοψηφία στη Μακεδονία ήδη κατά την οθωμανική περίοδο· ότι μετά την κατάληψη της Ανατολικής Ρωμυλίας από τη Βουλγαρία ή του Μοναστηρίου από τη Γιουγκοσλαβία, όπου κατοικούσαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί, ακολούθησαν ανταλλαγές πληθυσμών όχι μόνο με τους Τούρκους, αλλά και τους Βουλγάρους, με αποτέλεσμα να γίνει συντριπτική η πληθυσμιακή υπεροχή των Ελλήνων.
Η Ελλάδα, η οποία και διέθετε τους πολυπληθέστερους ανταλλαγέντες πληθυσμούς, υπήρξε συνολικά χαμένη και όχι κερδισμένη από τη διευθέτηση που ακολούθησε τους πολέμους της περιόδου 1912-1922. Η ανακίνηση, επομένως, ζητήματος «ανεξάρτητης Μακεδονίας-Θράκης», στις νέες συνθήκες, όπου οι Σλαβομακεδόνες αποτελούσαν μια μικρή μειονότητα στην ελληνική Μακεδονία, αποτελούσε ανοικτή παραβίαση του κοινού νου, όπως το υπογράμμιζε και ο ΓΓ. του ΚΚΕ Θωμάς Αποστολίδης το 1924. Αυτή η εμμονή τροφοδοτούσε στην πραγματικότητα τον βουλγαρικό επεκτατισμό που, είτε ως «μακεδονισμός», είτε ως βουλγαρική κατοχή κατά τον Β΄ Πόλεμο, επισώρευσε αναρίθμητες ωδίνες στους ελληνικούς πληθυσμούς.
Αλλά και ο βαθιά ριζωμένος μαρξιστικός οικονομισμός λειτουργούσε προς την κατεύθυνση της καταγγελίας του «ελληνικού ιμπεριαλισμού». Το γεγονός δηλαδή ότι οι Έλληνες αστοί και έμποροι κατείχαν έναν προνομιακό οικονομικό ρόλο, ως η κατ’ εξοχήν αστική τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο ακόμα και στη Νότια Ρωσία, μετέβαλλε τους Έλληνες σε «ιμπεριαλιστές»[21]! Ξεχνώντας ότι οι Έλληνες ανήκαν σε ένα κάποτε μεγάλο έθνος, που βρισκόταν κάτω από την οθωμανική κυριαρχία, ότι είχαν υποστεί αναρίθμητες εκατόμβες τους μακρούς αιώνες της σκλαβιάς τους και ότι, τελικώς, το «ξίφος» αποφάσισε υπέρ του πραγματικού επεκτατισμού, του τουρκικού, ενώ η ελληνική παρουσία συρρικνώθηκε δραματικά και στα υπόλοιπα Βαλκάνια, κατά τη διάρκεια του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Όσο για τη στενή, κάποτε, σχέση των Ελλήνων μεγαλεμπόρων με τις δυτικές δυνάμεις, ως οι εμπορικοί ενδιάμεσοί τους στα Βαλκάνια και την Ιωνία, αυτή δεν αναιρούσε τη θέση του ελληνικού λαού ως καταπιεζόμενου έθνους. Και αυτός ο οικονομισμός –σύμφυτος με τον μαρξισμό και θεμελιώδης ιδεολογική σταθερά του σταλινισμού– επεβλήθη σε όλη την αριστερά ανεξαιρέτως και προφανώς λειτουργούσε ως ενισχυτικό της σοβιετικής δυσπιστίας προς τους «Έλληνες», με δεδομένο μάλιστα το γεγονός ότι διέθεταν και το ασθενέστερο κομμουνιστικό κίνημα μέχρι τον Β΄ ΠΠ.
Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις, και σε εκείνη των Μαρξ-Ενγκελς και των Λένιν-Στάλιν, η ίδια περιφρόνηση προς τους μικρότερους λαούς, τα δεινά τους και τις επαναστάσεις τους, η ιδία κατά βάθος βαθιά ριζωμένη σωβινιστική λογική είτε δυτικού αγγλο-γερμανικού είτε ρώσικου χαρακτήρα.

[1] Βλ. K. Marx – Fr. Engels [Π. Κονδύλης (εισαγ. επιμ.)], Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, Γνώση, Αθήνα 1985.
[2] K. Marx – Fr. Engels [Η Ελλάδα, η Τουρκία, ό.π., σ. 454 (Ένγκελς, επιστολή στον Μπέμπελ 17-11-1885).
[3] K. Marx – Fr. Engels., ό.π., σσ. 423-424 (Επιστολή του Μαρξ στον Vermorel, 27/8/1867).
[4] K. Marx – Fr. Engels., ό.π., σ. 468 (Επιστολή του Ένγκελς στον Fr. A. Sorge, 17.8.1989).
[5] K. Marx – Fr. Engels., ό.π., σσ. 66-67 (Κονδύλης, «Εισαγωγή»), σσ. 214 (Μαρξ, άρθρο στην People’s Paper, 29.10.1853), σ. 428 (Ένγκελς, επιστολή στον Μαρξ 25.8.1876).
[6] K. Marx – Fr. Engels., ό.π., σσ. 98,122 (Ένγκελς, άρθρα στη Νew York Daily Tribune, στις 7.4.1853 και στις 21.4.1853).
[7] K. Marx – Fr. Engels., ό.π., σ. 81 (Ένγκελς, Northern Star, 4.4.1846).
[8] K. Marx – Fr. Engels., ό.π., σ. 86 (Κ. Μαρξ-Φρ. Ένγκελς, Neue Rheinische Zeinung, Φεβρουάριος 1850).
[9] K. Marx – Fr. Engels., ό.π., σ. 89 (Ένγκελς, επιστολή στον Μαρξ 9.3.1853).
[10] K. Marx – Fr. Engels., ό.π., σ. 111 (Ένγκελς, Νew York Daily Tribune, 12.4. 1853. βλ και 19.4ή στις 21.4 στην ίδια εφημερίδα καθώς και Μαρξ στην ίδια εφημερίδα 19 .7. και 5. 8.1853).
[11] K. Marx – Fr. Engels., ό.π., σ. 157 (Μαρξ, στη Νew York Daily Tribune, στην ίδια εφημερίδα 5. 8. 1853).
[12] Πέρρυ Άντερσον, Ο δυτικός μαρξισμός, Κέδρος, Αθήνα 2005.
[13] K. Marx – Fr. Engels, ό.π., σ. 454 (Ένγκελς, επιστολή στον Μπέμπελ 17-11-1885).
[14] Βλ. A. Skacko, «Armenija: na predstyascej Konferencii» (Η Αρμενία στην προκαταρκτική Συνδιάσκεψη), Zisn nacional’ nostej, 6(104) 1921, σ. 2, πρτθ. από τον Paul Dumont, Κεμάλ, ο δημιουργός της νέας Τουρκίας, Κούριερ Εκδοτική, Αθήνα 1998, σσ. 129, 230.
[15] Paul Dumont, Κεμάλ, ό.π., σσ. 131, 132,145,146.
[16] Βλ. Γ. Καραμπελιάς (επιμ.), Η αριστερά και το ανατολικό ζήτημα (Σκληρός, Γληνός Δραγούμης), Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1998· Παναγιώτης Νούτσος, Νίκος Γιαννιός, τυπωθήτω/Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 1997.
[17] Πρόκειται για μια σταθερά της ρωσικής πολιτικής, από τον τσάρο Αλέξανδρο μέχρι τον… Πούτιν. Ο τσάρος Αλέξανδρος, σύμφωνα με τον Καποδίστρια, δίσταζε να παρέμβει εναντίον της Τουρκίας το 1815-1816, δίοτι φοβόταν τις αντιδράσεις των μουσουλμανικών πληθυσμών της ρωσικής αυτοκρατορίας (βλ. Γ. Καραμπελιάς, 1821, Η παλιγγενεσία, Αθήνα 2015, ΕΕ, σ 279. ). Και σήμερα, και στην πολιτική του Πούτιν έναντι της Τουρκίας, προφανώς κάποιο ρόλο (sic) διαδραματίζουν τα 25 εκατομμ. μουσουλμάνων της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
[18] Βλ. σχετικά, Χέλμουτ Γκρούμπερ, Επανάσταση στην Ευρώπη (1917-1923), Κομμούνα, Αθήνα 1985, Μέρος ΙV, «1923, Το τέλος της παγκόσμιας επανάστασης, ο Βουλγαρικός Ιούνης και ο Γερμανικός Οκτώβρης», σσ. 239-304· Joseph Rothschild, TheCommunist Party Of Bulgaria: Origins And Development 1883-1936, Columbia UP, Νέα Υόρκη 1959.
[19] Πράγματι, οι αποφάσεις της ΚΔ δεν είχαν συμβουλευτικό χαρακτήρα, η Διεθνής ήταν το παγκόσμιο Κομμουνιστικό Κόμμα, και τα κατά τόπους εθνικά κόμματα ήταν υποχρεωμένα να εφαρμόζουν απαρέγκλιτα τις εντολές της.
[20] Βλ. Αλέξανδρος Δάγκας, Γιώργος Λεοντιάδης, Κομιντέρν και μακεδονικό ζήτημα, Το ελληνικό παρασκήνιο, 1924, Επίκεντρο, Αθήνα 2008· «Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ(ΚΚΕ)» – Πρακτικά, Ιστορικό Τμήμα ΚΕ του ΚΚΕ.
[21] Βλ. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Α΄ τόμος 1919-1949, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2012.

Πρώτη δημοσίευση στο Άρδην τ. 109

Ινφογνώμων Πολιτικά