Powered By Blogger

Σάββατο 10 Αυγούστου 2019

Η Τουρκία ιδρύει βάση πολεμικής αεροπορίας στη Μισράτα της Λιβύης;





















































Ο εμφύλιος πόλεμος που συνεχίζεται εδώ και οκτώ χρόνια στη Λιβύη, τις τελευταίες ημέρες έχει επικεντρωθεί γύρω από την Μισράτα. Πριν τρεις ημέρες, ένα μεταγωγικό αεροσκάφος ουκρανικής εταιρείας τύπου Il-76TD, που μετέφερε όπλα και πυρομαχικά από την Τουρκία, καταστράφηκε από την αεροπορία του στρατάρχη Χαφτάρ μόλις προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της Μισράτα, όπου δυο μέρες πριν είχε βομβαρδιστεί η Ακαδημία της Πολεμικής Αεροπορίας, που λειτουργεί στην αεροπορική βάση της Μισράτα.
Πάντως είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η Μισράτα έχει γίνει στόχος του Χαφτάρ, από τα τέλη του Ιουνίου, οπότε η Τουρκία κηρύχθηκε εχθρική χώρα από τον στρατάρχη που ελέγχει το 85% της Λιβύης.
Τις 25 Ιουλίου ο Εθνικός Στρατός της Λιβύης βομβάρδισε τις αίθουσες επιχειρήσεων, τις αποθήκες πυρομαχικών, την αεροπορική βάση και τη Στρατιωτική Ακαδημία. 
Οι δυνάμεις του Χαφτάρ δηλώνουν ότι το αεροδρόμιο της Μισράτα χρησιμοποιείται από την Τουρκία για την υποστήριξη όπλων και πυρομαχικών των ριζοσπαστικών δυνάμεων.
Η Μισράτα, που παίζει πάντα έναν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Λιβύης, θεωρείται ως η πόλη στην οποία ζουν και οι περισσότεροι τουρκικής καταγωγής πολίτες της χώρας αυτής.
Μετά την κατάληψη της Περιφέρειας Τρίπολης, το 1551, οι Οθωμανοί εγκατέστησαν Τούρκους της Ανατολίας κυρίως στα παράλια της Λιβύης. Εκτός αυτού, οι οθωμανοί αξιωματικοί που παντρεύτηκαν ντόπιες γυναίκες, δημιούργησαν μια μεγάλη τουρκική αποικία. Μάλιστα, μετά την απώλεια της Κρήτης και των νησιών, ορισμένες οικογένειες Τούρκων κατέφυγαν στη Λιβύη.
Στην απογραφή του 1936 οι τουρκικής καταγωγής κάτοικοι της Λιβύης αποτελούσαν το 5% του πληθυσμού. Και τα δύο τρίτα αυτών κατοικούσαν στη Μισράτα. Ήταν περίπου 35 χιλιάδες.
Σήμερα ορισμένοι λένε ότι η Μισράτα, που είναι η τρίτη πόλη μετά την πρωτεύουσα Τρίπολη και τη Βεγγάζη, κατοικείται κατά τα δύο τρίτα από τουρκικής καταγωγής πολίτες. Μετά τη Μισράτα ακολουθεί η Τρίπολη σε τουρκικής καταγωγής πληθυσμό.
Το αεροδρόμιο που είναι στο στόχαστρο του Χαφτάρ, κατασκευάστηκε το 1939 από τους Ιταλούς και οι Τουρκικές Αερογραμμές ήταν η πρώτη διεθνής εταιρεία που άρχισε πτήσεις στο αεροδρόμιο αυτό, τις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο λόγος για τον οποίο ο Ερντογάν έχει επικεντρωθεί τόσο πολύ στη Μισράτα, είναι γιατί η πόλη κατοικείται κυρίως από Τούρκους, αλλά και γιατί οι κάτοικοι της περιοχής, σε μια Λιβύη που θα διαλυθεί, θεωρούν την Τουρκία ως πρώτη χώρα επιλογής.
Οι δυνάμεις ενόπλων της Μισράτα, που είναι η πιο μεγάλη δύναμη που στηρίζει και κρατάει όρθια την Κυβέρνηση Εθνικής Συνεννόησης της Τρίπολης, που υποστηρίζεται από την Τουρκία και το Κατάρ, πολεμούν εναντίον των δυνάμεων του Χαφτάρ σε όλα τα μέτωπα της περιοχής που ελέγχει η κυβέρνηση της Τρίπολης.
Εκτός αυτού, το γεγονός ότι ο Fethi Başağa, υπουργός Εσωτερικών και από τα ισχυρά ονόματα της κυβέρνησης της Τρίπολης, και ο Abdul Rauf Kara, διοικητής της Ταξιαρχίας Navasi που ελέγχει το αεροδρόμιο της Τρίπολης και αποτελεί την πιο ισχυρή δύναμη της Ειδικής Δύναμης Αποτροπής του υπουργείου Εσωτερικών, έχουν τουρκικά ονόματα, είναι ενδεικτικό της επιρροής που ασκεί η Τουρκία στην περιοχή.
Η Τουρκία που έχει εμπλακεί στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης από το 2011 και άρχισε να στέλνει όπλα σε ορισμένες ομάδες από το 2013, άρχισε να παίζει ανοικτά με το που έστειλε τεθωρακισμένα τύπου Kirpi στη Λιβύη.
Όμως, όταν ο Χαφτάρ έχασε τη στρατηγικής σημασίας πόλη Giryan, λόγω της συμμετοχής στις μάχες των τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ξεκίνησε ένα ακήρυκτος πόλεμος μη επανδρωμένων αεροσκαφών μεταξύ Τουρκίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ).
Στην καταστροφή του μεταγωγικού που μετέφερε όπλα και πυρομαχικά από την Τουρκία, ένα λεπτό μετά την προσγείωσή του στη Μισράτα, σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα ΗΑΕ.
Η αεροπορική βάση El Cuffa, που βρίσκεται στα νότια της Λιβύης και χρησιμοποιείται από τις δυνάμεις του Χαφτάρ ως βάση ανεφοδιασμού, έγινε στόχος μη επανδρωμένων αεροσκαφών (ΜΕΑ) της Τουρκίας. Μάλιστα τις 25 Ιουλίου τουρκικά ΜΕΑ κατέστρεψαν δύο μεταγωγικά αεροσκάφη του Χαφτάρ.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημοσιεύονται συχνά φωτογραφίες που δείχνουν ότι το αεροδρόμιο της Μισράτα έχει μετατραπεί σε μια τουρκική αεροπορική βάση, με νέα καταφύγια για αεροσκάφη και για ΜΕΑ. 
Η Τουρκία, που θέλει να αποκτήσει δυνατότητες να ασκεί επιρροή στη Μέση Ανατολή, έχει κατασκευάσει στρατιωτικές βάσεις στο Κατάρ, τη Σομαλία και είχε συμφωνήσει για βάση με τον Μπεσίρ στο Σουδάν, πριν ανατραπεί.
Οι δυνάμεις του Χαφτάρ ελέγχουν το 85% των εδαφών της Λιβύης
Η Τουρκία μέχρι στιγμής έχει μετατρέψει ντε φάκτο το αεροδρόμιο της Μισράτα σε μια βάση της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας και όσο συμβαίνει αυτό, δεν μπορούν η Αίγυπτος, τα ΗΑΕ και η Σ. Αραβία να ανατρέψουν την κυβέρνηση της Τρίπολης.
Οι δραστηριότητες της Τουρκίας δεν περιορίζονται στη βάση της Μισράτα, αλλά διευθύνει και όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της κυβέρνησης της Τρίπολης, κάτι που προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις των χωρών που στηρίζουν τον Χαφτάρ.
Μάλιστα, τον προηγούμενο μήνα οι δυνάμεις του Χαφτάρ δημοσίευσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα διαβατήρια ανωτάτων αξιωματικών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών πληροφοριών που δρουν στη Λιβύη.

Το άρθρο του Burak Tuygan δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα ahvalnews  και μεταφράστηκε από τον Σάββα Καλεντερίδη

Ινφογνώμων Πολιτικά

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Εξωτερική πολιτική χωρίς ιθαγένεια – Η Δύση έχει αναθέσει ρόλο στην Ελλάδα


Κωνσταντίνος Γρίβας

Εδώ και λίγο καιρό τείνει να κυριαρχήσει στη χώρα μας μια αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η ολοκληρωτική ταύτιση της χώρας μας με τις ΗΠΑ, εν όψει μάλιστα της “αναπόφευκτης σύγκρουσης” Ουάσιγκτον-Άγκυρας (που συνεχώς έρχεται χωρίς να φθάνει ποτέ…) είναι το καταλυτικό στοιχείο που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να αναβαθμιστεί γεωπολιτικά. Σ’ αυτές τις ράγες κινείται ήδη η ελληνική εξωτερική και επί κυβέρνησης Τσίπρα και επί κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, η Ελλάδα όφειλε να φέρει εις πέρας ορισμένες αποστολές για λογαριασμό των ΗΠΑ. Μία εξ αυτών ήταν να κλείσει, όπως-όπως, το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, όπως και έγινε. Κι αυτό γιατί η Ουάσιγκτον ήθελε να εντάξει όσο το δυνατόν πιο σύντομα τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ. Έτσι εγκλωβίζει έτι περαιτέρω τη Σερβία μέσα σε ένα ΝΑΤΟϊκό κλοιό, ωθώντας την να κινηθεί και αυτή προς μια φιλοδυτική κατεύθυνση. Γενικώς επιδιώκει να εντάξει όλα τα Βαλκάνια στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Δύσης, εξαλείφοντας τη ρωσική επιρροή στην περιοχή.
Όμως, ακόμη και στο πλαίσιο μιας άνευ όρων ταύτισης με τις ΗΠΑ, αυτή η πολιτική είναι απλά λάθος για τη χώρα μας. Συγκεκριμένα, αν πράγματι η Ελλάδα θα ήθελε να αποτελέσει το κομβικό στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή, το συμφέρον της θα ήταν οι άλλες χώρες των Βαλκανίων να βρίσκονται εκτός του ελέγχου των ΗΠΑ. Ή ακόμη καλύτερα να είναι εχθρικές έναντι αυτών.
Άλλωστε, κάτι τέτοιο ίσχυε και στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, όπου η Ελλάδα αποτελούσε ένα είδος “νησιού” μέσα στο κομμουνιστικά Βαλκάνια, με αποτέλεσμα να έχει έναν σαφώς αυξημένο ρόλο μέσα στη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Δύσης. Μέρος του ρόλου αυτού ήταν να λειτουργεί και ως φάρος ευημερίας στην περιοχή.
Εξωτερική πολιτική και παθογένεια
Αντιθέτως, όσο οι γειτονικές μας χώρες εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής της Ουάσιγκτον, ο ρόλος της Ελλάδας μειώνεται. Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο μιας απόλυτα φιλοαμερικανικής πολιτικής, τα συμφέροντα της χώρας μας δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με αυτά των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον θα ήθελε όσο το δυνατόν πιο σταθεροποιημένα και υπό τον έλεγχό της τα Βαλκάνια. Αντιθέτως, η Αθήνα, λογικά, θα επεδίωκε το αντίθετο, ώστε να μεγιστοποιήσει τον βαθμό που είναι χρήσιμη και πολύτιμη για την αμερικανική στρατηγική.
Αυτό, όμως, το απλό δεδομένο δεν φαίνεται να γίνεται κατανοητό από τις ελληνικές ελίτ που διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική. Κατά την άποψη του γράφοντος, αυτή και άλλες παρόμοιες αντιφατικές ενέργειες δεν αποτελούν απλώς κάποιες δυσλειτουργίες του μηχανισμού άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Εκφράζουν μια πολύ βαθιά παθογένεια της Ελλάδας, που είναι η ίδια η έλλειψη εθνοκεντρικής γεωπολιτικής λειτουργίας. Και αυτή η έλλειψη εντοπίζεται στα ίδια τα θεμέλια του σύγχρονου ελλαδικού κράτους.
Συγκεκριμένα, όταν φάνηκε ότι ήταν πλέον αδύνατη η αποφυγή της δημιουργίας του ελλαδικού κράτους μετά την Επανάσταση του 1821, οι “προστάτιδες δυνάμεις” της Δύσης ανέθεσαν σε αυτό γεωπολιτική αποστολή: να λειτουργεί ως φράγμα έναντι της Ρωσίας ώστε να αποτρέψει την έξοδό της στην κρίσιμης σημασία εσωτερική “λίμνη” του γεωσυστήματος Ευρασίας-Αφρικής, δηλαδή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε ρόλο φράγματος
Όμως, τη στιγμή που η Ελλάδα καλούνταν να παίξει το ρόλο του φράγματος ενάντια στη Ρωσία, ταυτοχρόνως είχε ισχυρούς πολιτισμικούς, θρησκευτικούς και ιστορικούς δεσμούς μαζί της. Οι δε λαϊκές μάζες ήταν σε σημαντικό βαθμό φιλορωσικές. Για να επιλυθεί ο γόρδιος δεσμός αυτής της αντιφατικής κατάστασης, οι “προστάτιδες δυνάμεις” κατανόησαν ότι θα έπρεπε να δημιουργήσουν στο νέο κράτος μια ελεγχόμενη από αυτές εσωτερική πραγματικότητα.
Έτσι, η πολιτική εξουσία, καθώς και οι αναγκαίες προεκτάσεις της στην κρατική γραφειοκρατία, στον πνευματικό κόσμο και κυρίως στους μηχανισμούς σχεδιασμού και άσκησης εξωτερικής πολιτικής, έπρεπε να μην υπηρετούν τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Να υπηρετούν πρωτίστως τη λειτουργία του ελλαδικού κράτους ως φράγματος έναντι της Ρωσίας.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να αποκτήσει έναν μηχανισμό εθνοκεντρικής εξωτερικής πολιτικής, γιατί η ίδια η έννοια του εθνικού συμφέροντος αντέβαινε τη λειτουργία που της είχαν αναθέσει: να λειτουργεί σαν φράγμα ενάντια στη Ρωσία. Κι αυτό, επειδή η ελληνική εθνική και λαϊκή ταυτότητα προωθούσε τη σύζευξη και όχι την εχθρότητα μαζί της.
Από τις κανονιοφόρους στο ΔΝΤ 
Όποτε δε αυτός ο εσωτερικός μηχανισμός δεν μπορούσε να φέρει εις πέρας την αποστολή του, η ευρωπαϊκή στρατιωτική ισχύς αναλάμβανε να δώσει λύση. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρετανικά και ενίοτε και γαλλικά πολεμικά πλοία υπενθύμιζαν δια των πυροβόλων τους στην Ελλάδα τη δουλειά που είχε να κάνει. Από τον Εμφύλιο η κατάσταση έγινε πιο πολύπλοκη και την αποστολή αυτή ανέλαβαν οι ΗΠΑ, που είχαν πάρει στο μεταξύ τη σκυτάλη από την παραπαίουσα Βρετανική Αυτοκρατορία. Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς συνδυάστηκε με τη δημιουργία ενός αστυνομικού-αυταρχικού κράτους, αλλά και με τεράστιες ροές κεφαλαίων προς την ελληνική οικονομία.
Από τη Μεταπολίτευση και μετά, με τη σταδιακή παρακμή του αστυνομικού κράτους αλλά και την επικίνδυνη γιγάντωση του αντιαμερικανισμού στην ελληνική κοινωνία, οι Δυτικοί επικυρίαρχοι κατανόησαν ότι έπρεπε να αλλάξουν στρατηγική. Έτσι, επένδυσαν σχεδόν ολοκληρωτικά στο ευρωπαϊκό μέλλον της Ελλάδας. Οι κρουνοί των ευρωπαϊκών ταμείων άνοιξαν και ποταμοί χρήματος εισέρρευσαν στη χώρα, ανεβάζοντας το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, αλλά και διαιωνίζοντας την κυριαρχία των υπαρχόντων δυτικότροπων ελίτ.
Όμως, το ευρωπαϊκό χρήμα είχε και αυτό τα όριά του και σύντομα έδωσε και πάλι την σκυτάλη στην ωμή ισχύ. Τη φάση του απατηλού πλούτου διαδέχθηκε, αναπόφευκτα, η φάση της παραλυτικής φτώχειας και επιστρέψαμε στην εποχή της βίας και των απειλών. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν τα πυροβόλα των αγγλικών πολεμικών που θα αναλάμβαναν να διατηρήσουν την Ελλάδα στη δυτική σφαίρα επιρροής. Ήταν οι “διεθνείς” (δηλαδή οι ελεγχόμενοι από τη Δύση) οίκοι αξιολόγησης, το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Έτσι, η έλλειψη γεωπολιτικής αυθυπαρξίας της Ελλάδας και η συνεπακόλουθη λειτουργία της ως χώρα-οχυρό της Δύσης εξασφαλιζόταν πλέον δια της απειλής ακόμη πιο ακραίας φτώχειας.
Η “ελπίδα” στις ΗΠΑ
Και αυτή η περίοδος, όμως, δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Ο φόβος έπρεπε να δώσει σταδιακά τη θέση του σε κάποιας μορφής ελπίδα. Στην αρχή αυτής της φάσης φαίνεται πως βρισκόμαστε σήμερα. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι μια ανορθολογική ταύτιση με τις ΗΠΑ. Η επιλογή αυτή θα είχε, ίσως, κάποιο νόημα εάν εδραζόταν πάνω σε μια δομή διαμόρφωσης εξωτερικής πολιτικής, η οποία θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή θα ήταν η βέλτιστη πολιτική για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Όμως, αυτό προϋποθέτει μια εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία, την οποία –όπως υποστηρίξαμε πιο πάνω– η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να λειτουργήσει εις βάρος της πρωταρχικής γεωπολιτικής αποστολής της στο πλαίσιο της δυτικής στρατηγικής. Είναι δεδομένο ότι αν δεν υπάρχει αυτή η εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία δεν μπορούμε να μιλάμε για ελληνική εξωτερική πολιτική (φιλοαμερικανική, φιλοευρωπαϊκή ή οτιδήποτε άλλο), αλλά για ανυπαρξία πολιτικής. Άρα, δεν μπορούμε να περιμένουμε και τίποτε καλό να προκύψει για τη χώρα μας.
Είναι βέβαιο ότι όλα τα παραπάνω θα ακούγονται σε πολλούς από ανεδαφικά, αφελή και υπεραπλουστευτικά έως συνωμοσιολογικά. Το γεγονός, όμως, παραμένει ότι η Ελλάδα δείχνει διαχρονικά να ακολουθεί μια πολιτική που δεν έχει στον πυρήνα της τα εθνικά συμφέροντα, αλλά συμφέροντα άλλων χωρών και γεωπολιτικών σχηματισμών. Και αυτό με τη λογική ότι η Ελλάδα “είναι πολύ μικρή για να έχει δικά της συμφέροντα”! Θα πρέπει να “ανήκει εις την Δύσιν”, αποτελώντας ουσιαστικά περιουσιακό της στοιχείο και όχι λειτουργώντας ως ανεξάρτητο στοιχείο μιας γεωπολιτικής δομής. Και κάτι τέτοιο φαίνεται πως ισχύει ακόμη και σήμερα.
Αν θέλουμε λοιπόν να σχεδιάσουμε την όποια εθνική στρατηγική για το μέλλον, το πρώτο βήμα είναι να διεκδικήσουμε τον εαυτό μας. Να αποκτήσουμε μια αυτόνομη, αυτόφωτη και εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία και μετά να δούμε αν οι πολιτικές που θα ακολουθήσουμε θα είναι φιλοαμερικανικές, φιλορωσικές, φιλοσουηδικές ή οτιδήποτε άλλο. Έως ότου, λοιπόν, επιτευχθεί κάτι τέτοιο, νομιμοποιούμαστε να έχουμε και αναγνώσεις της πραγματικότητας, όπως αυτή που εκθέσαμε ανωτέρω.
*Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019

Η ιστορική ευκαιρία είναι εκπληκτική για την Ελλάδα αλλά μένει να δούμε αν έχουμε και ικανή πολιτική ηγεσία για να την εκμεταλλευτεί.



Όποιος παρακολουθεί τη διπλωματική σύγκρουση Τουρκίας-ΗΠΑ 
σχετικά με την απόκτηση εκ μέρους των Τούρκων των ρωσικών
 πυραύλων εδάφους-αέρος S-400 και των αμερικανικών μαχητικών 
stealth F-35, δεν μπορεί παρά να αναρωτιέται ένα πράγμα: ΓΙΑΤΙ
 ο Ερντογάν επιμένει τόσο πολύ στην αγορά των S-400, ενός
 κατ' εξοχήν αμυντικού όπλου, ρισκάροντας όχι μόνο να χάσει 
τα F-35 αλλά και να διαρρήξει τελείως τις σχέσεις της Τουρκίας
 με την αμερικανική υπερδύναμη, και να υποστούν οι τουρκικές 
ένοπλες δυνάμεις καθώς και η τουρκική πολεμική βιομηχανία 
ένα σοβαρότατο πλήγμα από πιθανές κυρώσεις; Τόσο ανόητος
 ή ξεροκέφαλος είναι ο Ερντογάν ώστε να επιμένει σ' αυτή τη 
γραμμή απλώς και μόνο για ένα πείσμα ή για λόγους 
γοήτρου; Ασφαλώς και όχι. Προφανώς ιεραρχεί ως την
 υπ' αριθμόν 1 μελλοντική απειλή για την Τουρκία
 το ενδεχόμενο μιας εχθρικής αεροπορικής ή πυραυλικής
 επίθεσης την οποία η τουρκική αεροπορία δεν θα 
μπορεί εκ των πραγμάτων να αναχαιτίσει. 



Η Τουρκία έχει πάει πλέον σε πολύ υψηλότερο επίπεδο 
το γεωστρατηγικό παιγνίδι της από ό,τι υποθέτουν 
οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου.
 Η στρατηγική στόχευση του Ερντογάν είναι να 
εξελιχθεί η Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη, 
προστάτιδα του απανταχού μουσουλμανικού κόσμου
 με ισχύ που θα φτάνει έως τον Ινδικό ωκεανό και 
θα θυμίζει εκείνη της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
 Αναγκαία προϋπόθεση για να το πετύχει αυτό η Τουρκία 
είναι να γίνει πυρηνική δύναμη διότι μόνο έτσι θα μπορεί 
να πάρει τη θέση που της αξίζει στον σύγχρονο κόσμο.
 Στον Ερντογάν δεν αρκεί μια θέση στους G20 που ήδη έχει. 
Θέλει να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τις πυρηνικές δυνάμεις
 που είναι μετρημένες στα δάχτυλα.
 Η ιστορική πείρα έχει δείξει ότι μόνο η κατοχή 
πυρηνικών όπλων μπορεί να εγγυηθεί πραγματικά
 την ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας έναντι 
κάθε πιθανής απειλής.
 Αυτό είναι το συμπέρασμα που έβγαλαν οι Τούρκοι
 βλέποντας πώς αναβαθμίστηκε το διεθνές status 
του Ισραήλ, της Ινδίας, του Πακιστάν και της Βόρειας Κορέας 
από τη στιγμή που έκαναν την πρώτη πυρηνική δοκιμή τους 
και ότι δεν μπορεί να τους βάλει κανείς χέρι επειδή
 κατέχουν το απόλυτο όπλο αποτροπής.
Σίγουρα οι Τούρκοι θα ήθελαν να έχουν και τα 
μαχητικά stealth F-35 για να πραγματοποιήσουν 
τα ευρύτερα επεκτατικά σχέδιά τους στην περιοχή, 
αλλά βλέπουν πως ακόμα και μία πάμφτωχη χώρα 25 εκατομμυρίων
 κατοίκων όπως η Βόρεια Κορέα που έχει μία στρατιωτική μάζα
 εξοπλισμένη με ξεπερασμένα συμβατικά όπλα των δεκαετιών 
1960 και 1970, έχει κάνει την πανίσχυρη Αμερική να τρέχει
 πίσω της παρακαλώντας για συνομιλίες χάρη στο πυρηνικό
 και βαλλιστικό οπλοστάσιο που κατέχει. 



Η μόνη χώρα που ήταν πρόθυμη να δώσει στους Τούρκους 
την απαραίτητη τεχνογνωσία αξιοποίησης της πυρηνικής
 ενέργειας ήταν η Ρωσία του Πούτιν. Έτσι από το 2015 
έχει αρχίσει να κατασκευάζεται με ρωσική βοήθεια στο Ακουγιού 
στα παράλια της Κιλικίας ένας πυρηνικός αντιδραστήρας
 ισχύος 4.500 MW ο οποίος στοιχίζει 20 δις δολάρια 
και θα ξεκινήσει να λειτουργεί το 2023. Το γιατί η Ρωσία
 αποφάσισε να βοηθήσει έναν παραδοσιακό εχθρό της 
όπως η Τουρκία να γίνει πυρηνική δύναμη, έχει να κάνει 
με καθαρά γεωπολιτικά κριτήρια - ο Πούτιν επιδιώκει 
προφανώς να διασπάσει το ΝΑΤΟ αφαιρώντας
 τον ακρογωνιαίο λίθο του που είναι η Τουρκία. 

Υποτίθεται ότι οι Τούρκοι θέλουν τον πυρηνικό αντιδραστήρα 
για να παράγουν ηλεκτρικό ρεύμα με το οποίο θα τροφοδοτούν
 την κατεχόμενη βόρεια Κύπρο. Μαζί με το νερό που
 είναι επίσης έτοιμοι να δώσουν, φιλοδοξούν να αλλάξουν
 την όψη και την οικονομία της Κύπρου ώστε να πετύχουν 
την ήπια κατάκτησή της και την πλήρη εξάρτησή της από την Τουρκία.
Ωστόσο ένας πυρηνικός αντιδραστήρας κατά τη λειτουργία
 του παράγει πάντα πλουτώνιο, και αυτό αποτελεί την πρώτη 
ύλη για την κατασκευή πυρηνικού όπλου. Το μεγάλο πρόβλημα
 των Τούρκων είναι ότι στην ευρύτερη στρατηγική αρένα 
της Ανατολικής Μεσογείου δεν υπάρχει χώρος παρά για έναν
 μόνο γενικό κουμανταδόρο, και αυτός είναι το Ισραήλ, 
για την εξασφάλιση της Ποιοτικής Στρατιωτικής Υπεροχής 
του οποίου έναντι κάθε πιθανού αντιπάλου οι ΗΠΑ δεσμεύονται
 με νόμο από το 2008 - γι' αυτό του δίνουν 3 δις δολάρια δωρεάν 
στρατιωτική βοήθεια κάθε χρόνο.
Το Ισραήλ παραδοσιακά δεν ανέχεται την ύπαρξη άλλης πυρηνικής
 δύναμης στην ευρύτερη γειτονιά του, ιδίως μάλιστα όταν αυτή διάκειται
 εχθρικά απέναντί του. Κι αυτό διότι λόγω μικρού γεωγραφικού 
και πληθυσμιακού μεγέθους είναι εξαιρετικά ευάλωτο σε μία επίθεση
 με όπλα μαζικής καταστροφής.
Τρεις ατομικές βόμβες μεγάλης ισχύος να εκραγούν στο Τελ Αβίβ,
 στην Ιερουσαλήμ και στη Χάιφα, η χώρα τελείωσε,
 σβήστηκε κυριολεκτικά από τον χάρτη. Ο Ερντογάν το γνωρίζει
 φυσικά αυτό και φοβάται (δικαιολογημένα) πως οι Ισραηλινοί
 θα χτυπήσουν κάποια στιγμή τον τουρκικό αντιδραστήρα, 
ας μην λένε κάτι προς το παρόν κι ας μη δείχνουν ότι ενοχλούνται.
 Το έχουν ξανακάνει άλλωστε με τον γαλλικής κατασκευής πυρηνικό 
αντιδραστήρα του Ιράκ το 1981 και με τον βορειοκορεατικής 
κατασκευής πυρηνικό αντιδραστήρα της Συρίας το 2007,
 ενώ έχουν απειλήσει επανειλημμένα ότι θα κάνουν το ίδιο και 
σε βάρος των ρωσικής κατασκευής πυρηνικών εγκαταστάσεων 
του Ιράν στο Μπουσέρ, στη Νατάνζ, στο Αράκ, στο Φορντό και 
στο Ισφαχάν. 

Με τον Ερντογάν και τις ηγεμονικές νεο-οθωμανικές φιλοδοξίες 
του έχουν πρόβλημα οι Ισραηλινοί και όχι με τους Τούρκους 
εν γένει. Αν βρισκόταν τρόπος να βγει από τη μέση ο Ερντογάν 
(όπως λίγο έλειψε να συμβεί τον Ιούλιο του 2016 με το πραξικόπημα),
 κατά πάσα πιθανότητα  το Ισραήλ και η Τουρκία θα
 ξαναγίνονταν εν μία νυκτί οι στενοί σύμμαχοι και εταίροι που
 ήταν επί δεκαετίες. Ο πόλεμος του Ισραήλ κατά του Ερντογάν 
είναι πολυμέτωπος και πολυεπίπεδος.
Προς το παρόν τον χτυπάει με τις περίφημες «αγορές» και
 τους τρεις αμερικανικούς οίκους αξιολόγησης οι οποίοι 
δολοφονούν οικονομικά ολόκληρα κράτη. Η τουρκική
 οικονομία δέχεται τρομακτική επίθεση επί χρόνια
 τώρα αλλά αυτό που φοβάται πραγματικά ο Ερντογάν 
είναι το ενδεχόμενο αεροπορικής ή πυραυλικής προσβολής
 του τουρκικού πυρηνικού αντιδραστήρα στο Ακουγιού. 
Για να εξασφαλιστεί απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο
 που θα θρυμματίσει το πολιτικό του κύρος, όφειλε 
να βρει αντίδοτο στην ασύδοτη δράση της ισραηλινής αεροπορίας, 
και ιδίως των νέων μαχητικών stealth τύπου F-35 που ήδη 
έχει αρχίσει να παραλαμβάνει το Ισραήλ (με στόχο να αποκτήσει
 τελικά περίπου 100). Με μαχητικά αεροσκάφη είναι σχεδόν 
αδύνατον να αναχαιτιστεί η ισραηλινή αεροπορία διότι υπερέχει
 συντριπτικά έναντι της τουρκικής αεροπορίας σε ποιότητα,
 εκπαίδευση και πολεμική πείρα και επιπλέον διαθέτει δικά της
 συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου. Να εκφοβιστεί το Ισραήλ 
με αντίποινα είναι επίσης αδύνατον διότι εκτός του ότι διαθέτει μία 
πολύ εξελιγμένη τριπλή αντιπυραυλική ομπρέλα, έχει και 
ένα τεράστιο πυρηνικό οπλοστάσιο το οποίο δεν θα διστάσει
 να χρησιμοποιήσει αν κινδυνεύσουν σοβαρά τα αστικά
 του κέντρα. Άρα ήταν μονόδρομοςγια την Τουρκία να 
αποκτήσει ένα αμυντικό όπλο άγνωστο στους Ισραηλινούς 
το οποίο να τους αποτρέψει να χτυπήσουν τον αντιδραστήρα 
στο Ακουγιού ή να τους τσακίσει αν επιχειρήσουν να το 
κάνουν τελικά, χωρίς να παραστεί ανάγκη κλιμάκωσης 
της σύρραξης με πλήγματα βαλλιστικών πυραύλων κατά του Ισραήλ.  

Τη λύση έδωσαν στον Ερντογάν και πάλι οι Ρώσοι οι οποίοι 
έχουν αναπτύξει κατάλληλα αντιαεροπορικά και αντιβαλλιστικά όπλα 
«αντιπρόσβασης» (anti-access) που τους επιτρέπουν να επιβάλουν 
«άρνηση περιοχής» (area denial), δηλαδή να στερήσουν από 
τις δυτικές αεροπορίες την ελευθερία δράσης που συνήθως
 έχουν πάνω από μία εχθρική χώρα.
Οι S-400 είναι από τους πιο επίφοβους πυραύλους 
εδάφους-αέρος που υπάρχουν σήμερα στο
 παγκόσμιο οπλοστάσιο. Το σύστημα αυτό είναι κινητό
 (και συνεπώς πολύ δύσκολο να εντοπιστεί και να καταστραφεί), 
έχει τη δυνατότητα να ετοιμαστεί για βολή μέσα σε
 5 λεπτά από μόνο 3 άτομα, χρησιμοποιεί έξι διαφορετικούς
 τύπους ραντάρ τα οποία εκπέμπουν σε διαφορετικές 
μπάντες συχνοτήτων, αξιοποιεί ακόμη και συστήματα 
παθητικής ανίχνευσης εκπομπών στο ηλεκτρομαγνητικό
 φάσμα εντοπίζοντας στόχους χωρίς να εκπέμπει το ίδιο, 
μπορεί να εγκλωβίζει στόχους ακόμη και μεγέθους 
μπάλας ποδοσφαίρου, έχει χρόνο αντίδρασης 9-10 δευτερολέπτων
 από τη στιγμή του εγκλωβισμού, και εκτοξεύει 
τέσσερα διαφορετικά είδη πυραύλων ανάλογα με 
τις εκάστοτε επιχειρησιακές ανάγκες, με βεληνεκές
 που κυμαίνεται θεωρητικά από 40 km έως 400 km.
Για να έχει κανείς μία συγκριτική εικόνα στο μυαλό του 
αρκεί να ξέρει ότι το αμερικανικό σύστημα Patriot υποστηρίζει
 μόνο έναν τύπο βλήματος με βεληνεκές 96 km.
 Το σύστημα S-400 είναι ικανό να αντεπεξέρχεται 
ακόμη και σε μαζικές επιθέσεις κορεσμού. Οι πύραυλοί του
 πετούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα 14 Mach 
(δηλαδή περίπου 5.000 μέτρα το δευτερόλεπτο!), 
πράγμα που σημαίνει ότι είναι πρακτικά αόρατοι στον αέρα,
 και μπορούν να εμπλέξουν στόχους από ύψος 5 μέτρων 
από το έδαφος (ακόμα και αν αυτοί είναι πύραυλοι cruise) 
μέχρι ύψος 20 χιλιομέτρων.
 Λόγω των επιδόσεών τους οι S-400 δεν είναι απλώς
 σε θέση να πλήττουν μαχητικά αεροσκάφη και χαμηλά
 ιπτάμενους πυραύλους cruise αλλά και να απειλούν 
σοβαρά τους πολύτιμους πολλαπλασιαστές ισχύος 
του επιτιθέμενου όπως τα ιπτάμενα ραντάρ, τα ιπτάμενα τάνκερ
 και άλλους ευπαθείς στόχους οι οποίοι συνήθως 
παραμένουν μακριά από τη ζώνη των βομβαρδισμών
 για να υποστηρίζουν τα επιτιθέμενα αεροσκάφη.
Για τον λόγο αυτό οι S-400 αποτελούν ένα όπλο 
που μπορεί να ανατρέψει πλήρως τον σχεδιασμό
 μιας αντίπαλης αεροπορίας, ιδίως αν αποτελούν
 μέρος ενός αλληλοκαλυπτόμενου συστήματος αεράμυνας 
και επιχειρούν σε συνεργασία με άλλα όπλα εδάφους-αέρος 
μικρότερης εμβέλειας όπως οι Tor-M1 ή τα Pantsir.  

Αυτά ακριβώς τα τρομερά ρωσικά όπλα αντιπρόσβασης/άρνησης 
περιοχής (A2/AD) έχει σχεδιαστεί να αντιμετωπίζει το 
νέο αμερικανικό μαχητικό F-35. To αεροσκάφος 
αυτό ενσωματώνει μεταξύ άλλων την περίφημη
 τεχνολογία stealth που το καθιστά σχεδόν αόρατο
 στα ραντάρ υψηλής συχνότητας από τις περισσότερες 
γωνίες θέασης, εφόσον βέβαια δεν μεταφέρει εξωτερικά
 φορτία. Για τον λόγο αυτό όλα τα όπλα του F-35 έχουν 
σχεδιαστεί να φέρονται εντός της ατράκτου, και 
αυτό είχε ως τίμημα την κάπως ασουλούπωτη
 γεωμετρία του και την ελάττωση της μέγιστης ταχύτητας
 που μπορεί να αναπτύξει σε 1,6 Mach όταν σχεδόν όλα
 τα μαχητικά της προηγούμενης γενιάς μπορούν να υπερβούν τα 2 Mach.
 Η ιδιότητα stealth του F-35 όμως ισχύει υπό προϋποθέσεις.
 Το F-35 για να μείνει αόρατο στα ραντάρ βασίζεται περισσότερο
 στην απορροφητικότητα της ακτινοβολίας ραντάρ 
από το υλικό των επιφανειών του και λιγότερο
 στη γεωμετρία του. Μπορεί ωστόσο να πετάξει 
για περίπου 250 χιλιόμετρα με ταχύτητα 1,2 Mach 
χωρίς τη χρήση μετακαυστήρα, πράγμα ακατόρθωτο 
για μαχητικά προηγούμενης γενιάς.
Εκτός όμως από την τεχνολογία stealth το F-35 
αξιοποιεί ένα σύστημα 6 προηγμένων αισθητήρων (DAS)
 τοποθετημένων περιμετρικά που δίνουν στον χειριστή
 του εκπληκτική επίγνωση κατάστασης, δηλαδή πλήρη
 εικόνα του τι συμβαίνει γύρω του σε τόξο 360 μοιρών,
 όχι μόνο ποια βλήματα κινούνται εναντίον του 
αλλά και από ποιο σημείο έχουν εκτοξευτεί, ενώ
 παράλληλα έχει και τη δυνατότητα να ανταλλάσσει
 πληροφορίες και δεδομένα με άλλα αεροσκάφη
 ή με το έδαφος χωρίς να γίνεται αντιληπτό από τους 
αισθητήρες του εχθρού. 

Οι πύραυλοι S-400 και τα αεροσκάφη F-35
 έχουν σχεδιαστεί ουσιαστικά για να αντιμετωπίσουν το ένα το άλλο. 
Μόνο που ΔΕΝ μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιο από
 τα δύο όπλα υπερισχύει σε πραγματική αναμέτρηση.
 Είναι τέτοια η φύση αυτών των προηγμένων όπλων ώστε 
για να μπορέσει κανείς να τα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά
 πρέπει υποχρεωτικά να ανακαλύψει τις αδυναμίες τους - 
και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο αν τα διαθέτει και τα δύο και
 έχει άνεση χρόνου για να τα δοκιμάσει εξαντλητικά το ένα 
εναντίον του άλλου, διότι διαφορετικά θα διαπιστώσει
 την αλήθεια μόνο σε έναν πραγματικό πόλεμο, και αυτό 
μπορεί να αποβεί πολύ οδυνηρό έως καταστροφικό.
 Έτσι όπως πάνε μέχρι τώρα τα πράγματα, ούτε η Ρωσία 
μπορεί να είναι απολύτως βέβαιη για την αποτελεσματικότητα
 των S-400 αφού δεν έχει στη διάθεσή της τα F-35, 
αλλά ούτε και οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορούν 
να είναι απολύτως βέβαιοι για την αποτελεσματικότητα 
του F-35 αφού δεν διαθέτουν τους S-400.  

Ο λόγος που η Τουρκία παρήγγειλε τους 
πυραύλους S-400 είναι κατά κύριο λόγο η προστασία
 του πυρηνικού αντιδραστήρα που κατασκευάζεται στο Ακουγιού.
 Γι' αυτό και η τουρκική κυβέρνηση έχει ήδη δηλώσει 
ότι θα αναπτύξει ένα μέρος των S-400 στα νότια παράλια 
της χώρας ώστε να ελέγχει την Ανατολική Μεσόγειο 
και να προστατεύει τα πλωτά γεωτρύπανά της, 
τον πυρηνικό αντιδραστήρα και τις αεροναυτικές
 της δυνάμεις από τους Ισραηλινούς και τους Αμερικανούς.
 Βεβαίως οι Τούρκοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι Ρώσοι 
είναι τελείως αναξιόπιστοι στην υποστήριξη των όπλων που πουλάνε,
 αλλά υπολογίζουν ότι οι S-400 εφόσον είναι ολοκαίνουργοι
 δεν θα έχουν σοβαρό πρόβλημα συντήρησης
 για τα επόμενα 5 χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί ο πυρηνικός αντιδραστήρας.
Οι Ισραηλινοί θα πρέπει λογικά να 
χτυπήσουν πριν το 2023. Δεν έχει νόημα να χτυπήσουν τώρα,
 πριν αναπτυχθούν οι S-400, διότι στην τοποθεσία 
του αντιδραστήρα έχουν κατασκευαστεί μόνο οι τσιμεντένιες βάσεις 
και δεν έχει εγκατασταθεί ακόμα κανένα κρίσιμο εξάρτημα
 του μηχανολογικού εξοπλισμού. Άρα η ιδανική χρονική στιγμή 
για να χτυπήσουν θα είναι λίγο πριν ο αντιδραστήρας φορτωθεί
 με πυρηνικό καύσιμο και τεθεί σε λειτουργία, ώστε αφενός
 να προκληθεί η μέγιστη ζημιά, και αφετέρου να αποφευχθεί 
η έκλυση ραδιενέργειας στην ευρύτερη περιοχή. 

Η Τουρκία που έχει παραγγείλει και S-400 και F-35,
 αν τα παραλάβει θα είναι η μόνη χώρα στον κόσμο 
που θα γνωρίζει επακριβώς σε λίγο καρό τις αδυναμίες
 και τις τακτικές επιτυχούς αντιμετώπισης και των 
δύο αυτών όπλων - και κάτι τέτοιο δεν μπορούν 
να το επιτρέψουν να συμβεί οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί 
διότι αυτή η γνώση θα αποτελεί τρομερό τακτικό 
πλεονέκτημα και διαπραγματευτικό ατού της Άγκυρας 
η οποία θα μπορεί να εκβιάζει ή να ζητά υπέρογκα ανταλλάγματα
 για να το μοιραστεί με άλλους.
 Γι' αυτό οι Αμερικανοί απειλούν την Τουρκία με ακύρωση 
της παράδοσης των F-35 εφόσον ξεκίνησε να παραλαμβάνει 
τους S-400. Διότι πολύ απλά δεν είναι δυνατόν 
μία μικρή περιφερειακή δύναμη όπως είναι η Τουρκία 
να κατέχει κρίσιμες και άκρως απόρρητες πληροφορίες
 για τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες των κορυφαίων 
όπλων παγκοσμίως, και να μην τις γνωρίζει η ισχυρότερη 
υπερδύναμη του πλανήτη - και κοντά σ' αυτή βέβαια 
και το Ισραήλ το οποίο κάποια στιγμή πιθανώς 
να αποφασίσει να κάνει τον τουρκικό πυρηνικό αντιδραστήρα στάχτη.
Για τους παλαιότερους τύπους ρωσικών αντιαεροπορικών 
πυραύλων όπως οι S-300 οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί
 δεν ανησυχούν διότι έχουν φροντίσει ήδη 
να τους «ξεψαχνίσουν» λεπτομερώς 
και γνωρίζουν πώς να τους αντιμετωπίσουν

Σκοπός των Αμερικανών είναι να εξυπηρετήσουν 
τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ, που αυτή 
τη στιγμή έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με αυτά
 της Τουρκίας του Ερντογάν. Οι Αμερικανοί επιδιώκουν 
να φέρουν την Τουρκία πίσω στο δυτικό μαντρί,
 να την εξουδετερώσουν ως δυνητική απειλή κατά του Ισραήλ, 
και να της ψαλιδίσουν τις φιλοδοξίες που έχει 
να γίνει ανεξάρτητη περιφερειακή πυρηνική υπερδύναμη.
Το σίγουρο όμως είναι ότι οι Αμερικανοί δεν σκοπεύουν
 να χαρίσουν την Τουρκία στους Ρώσους. Έχουν επενδύσει 
υπερβολικά πολύ χρήμα καθώς και διπλωματικό και στρατιωτικό 
κεφάλαιο στην Τουρκία επί 65 χρόνια για να κατοχυρώσουν 
αυτόν τον σύμμαχο ο οποίος ελέγχει παραδοσιακά
 τον μεγάλης στρατηγικής αξίας δίαυλο 
Βόσπορος - Προποντίδα - Δαρδανέλια 
που είχε καταστήσει το Βυζάντιο παγκόσμια υπερδύναμη επί 1.100 χρόνια.
Συνεπώς, δεν πρόκειται να στείλουν την Τουρκία 
στις αγκάλες του Πούτιν, του πιο επικίνδυνου εχθρού τους.
Δεν θέλουν με τίποτα να επαναληφθεί η απώλεια 
του φιλοδυτικού Ιράν που έγινε το 1979 με την ανατροπή
 του Σάχη από τον Χομεϊνί. 

Ούτε όμως οι Τούρκοι είναι ηλίθιοι. Ξέρουν πως αν χαλάσουν 
τις σχέσεις τους με την Αμερική, τότε θα παραλύσει
 το 100% της αεροπορίας τους, το 70% του στρατού τους 
και το 50% του ναυτικού τους. Οι τουρκικές ένοπλες
 δυνάμεις μπορεί να τροφοδοτούνται όλο και περισσότερο
 από όπλα εγχώριας παραγωγής, αλλά δεν έχουν 
την πολυτέλεια να αποκοπούν πλήρως από τις ΗΠΑ. 
Μια τέτοια εξέλιξη θα απέβαινε καταστροφική για
 το αξιόμαχό τους. Επιπλέον, οι S-400 
(κόστος 2,5 δις δολάρια για την Τουρκία) δεν μπορούν
 σε καμία περίπτωση να μπουν στην ίδια ζυγαριά 
με τα μαχητικά αεροσκάφη F-35 (κόστος 10 δις δολάρια 
για την Τουρκία), διότι οι πρώτοι είναι απλώς
 ένα καλό αμυντικό όπλο ενώ τα δεύτερα είναι η επιτομή 
του πιο εξελιγμένου επιθετικού όπλου που υπάρχει σήμερα.
 Και ως γνωστόν, ποτέ κανείς δεν κέρδισε 
πόλεμο παραμένοντας μόνο σε άμυνα. 
Η Τουρκία είναι σαφώς αναθεωρητικό κράτος 
και οι στόχοι της είναι καθαρά επεκτατικοί και επιθετικοί. 
Χρειάζεται οπωσδήποτε τα F-35 για 
να μπορεί να χτυπήσει κρατικές οντότητες
 που αποτελούν υποψήφια θύματά της (κυρίως την Ελλάδα)
 με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Επιπλέον,
 η πιθανή ακύρωση της παραλαβής των F-35
 θα οδηγήσει σε ναυάγιο και την απόκτηση
 των δύο μίνι αεροπλανοφόρων 
που ναυπηγεί τώρα η Τουρκία, αφού έχουν σχεδιαστεί
 για χρήση από την ειδική έκδοση F-35B 
που είναι ικανή για κάθετη αποπροσνήωση,
 και δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή πουθενά
 διεθνώς κάποιος αντικαταστάτης τους. 

Αλλά ακόμη κι αν πάρει τελικά τα F-35 η Τουρκία 
(κατασκευάζει ήδη με πλειάδα δικών της εταιρειών
 937 μέρη και εξαρτήματα του αεροσκάφους)
 δεν σημαίνει ότι ξεμπέρδεψε με την Αμερική
 και ότι θα μπορεί μετά να της βγάζει γλώσσα.
 Η ένταξη του F-35 στο οπλοστάσιο μιας χώρας 
σημαίνει στενή και πλήρη δέσμευση της χώρας 
αυτής στο αμερικανικό άρμα επί δεκαετίες,
 διότι αν το F-35 δεν υποστηριχθεί όπως πρέπει
 από πλευράς συντήρησης (που είναι πολύ 
δαπανηρή και εξειδικευμένη) θα καταστεί άχρηστο
 ως προς την ιδιότητα stealth μέσα σε μικρό χρονικό 
διάστημα - λόγω αυτών των αναγκών εξειδικευμένης συντήρησης
 το κόστος μιας ώρας πτήσης του F-35 ανέρχεται 
σε 35.000 δολάρια όταν του F-16 δεν ξεπερνά τα 8.000 δολάρια.
Συνεπώς αν η Τουρκία θέλει πραγματικά τα F-35, τότε
 δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνεχίσει να διατηρεί σταθερά
 καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ προκειμένου τα μαχητικά της 
αυτού του τύπου να παραμένουν επιχειρησιακά 
και να μην πάνε πεταμένα τα δισεκατομμύρια που θα 
δαπανήσει για την απόκτησή τους. 

Λογικά η κατάληξη του αμερικανοτουρκικού παζαριού δεν
 μπορεί να είναι άλλη από τη συμφωνία, αφού καμία 
από τις δύο πλευρές δεν έχει συμφέρον να τεντώσει 
τόσο πολύ το σχοινί ώστε αυτό να σπάσει.
 Το Ισραήλ βεβαίως είναι ανελέητο και δεν αστειεύεται.
 Παράλληλα με τις διπλωματικές και στρατιωτικές 
πιέσεις μέσω ΗΠΑ, ασκεί στην Τουρκία και αφόρητη 
πίεση με επίθεση στην οικονομία της προκαλώντας
 ραγδαία πτώση της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας 
και άνοδο των επιτοκίων δανεισμού της χώρας. 
Έχει στριμώξει στα σχοινιά του ρινγκ τον Ερντογάν 
και τον γρονθοκοπεί ανελέητα μέχρι να τον αναγκάσει
 να ρίξει λευκή πετσέτα και να εγκαταλείψει τις πυρηνικές του φιλοδοξίες.
 Η ιστορική ευκαιρία είναι εκπληκτική για την Ελλάδα 
αλλά μένει να δούμε αν έχουμε και ικανή πολιτική ηγεσία 
για να την εκμεταλλευτεί.