Powered By Blogger

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Ο Αποχαιρετισμός: Ένα κείμενο του 1996 με διαχρονικά μηνύματα – αξίες για τη νέα γενιά.


Ένα κείμενο αφιερωμένο σε όλους όσους συνεργάστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο κατά την διάρκεια της τριακονταετούς (1967-1996) καριέρας του υπογράφοντος σε μια από τις μεγαλύτερες οινοβιομηχανίες της χώρας μας, προσφέρει διαχρονικά μηνύματα και αξίες για την νέα γενιά που θα πρέπει να παραμείνουν ζωντανά παρά τις ραγδαίες αλλαγές που επήλθαν ή επέρχονται στην ελληνική κοινωνία. 
Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1996, εκτυπώθηκε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων (τυπογραφείο Γ. Καγκελίδη – Κ. Μάρκογλου, Ηρακλέους 99, Καλλιθέα) και διανεμήθηκε από τον συντάκτη του σε συνεργάτες, συναδέλφους, γνωστούς και φίλους:


Ήταν ο Σεπτέμβρης του 1967.
Μέναμε τότε στην οδό Βελισαρίου 11, στις πρόποδες του Λυκαβηττού. Είχαν συμπληρωθεί ακριβώς 3 χρόνια από τότε που πήραμε το δρόμο της προσφυγιάς αφήνοντας πίσω την αλησμόνητη πατρίδα. Δύσκολοι καιροί για μια τετραμελή οικογένεια προσφύγων που έπρεπε να ξεκινήσει απ΄ την αρχή. Η κυρά-Ειρήνη, η μάνα μας, έψαχνε για όλους μας, δεξιά κι΄ αριστερά, μια δουλειά γιατί τα φέρναμε βόλτα πολύ δύσκολα. Η σπιτονοικοκυρά μας, η Άννα Καραδήμα, είχε την «Ταβέρνα ο Φώντας» στην οδό Αριανίτου, μια πάροδο της Ιπποκράτους. Γέμιζε, χρόνια ολόκληρα, τα βαρέλια της από τον Κουρτάκη.
Μια μέρα είπε στη μάνα μου:
-  Μίλησα στον Κουρτάκη. Τώρα στη μουστιά χρειάζεται για το οινολογικό του χημείο ένα βοηθό. Θα πάρει το γιό σου! Είναι βέβαια μια δουλειά προσωρινή, μόνο για δυο μήνες, αλλά για αρχή δεν είναι και άσχημα!
Έτσι, ένα ηλιόλουστο πρωινό του Σεπτέμβρη, αμούστακο παιδί πού ήταν δεν ήταν 18 χρονών, μ΄ ένα κόμπο στο λαιμό και το μούδιασμα της απειρίας σ΄ όλο το κορμί, πήρα διστακτικά το δρόμο για την οδό Κολοκοτρώνη 59β – τη Στοά Κουρτάκη.
Ζήτησα τον Μανώλη Καλομοιράκη – καλή του ώρα. Κρητίκαρος με τα όλα του, καλά και κακά.
Μετά γνώρισα την Σία Τριανταφύλλου, το δεξί χέρι του Δημήτρη Κουρτάκη. Την Μαρία Σακκά. Τον Χρίστο Τούκα. Και στη συνέχεια μ΄ ένα ανεξήγητο φόβο, μ΄ ένα δέος τρομαγμένου σπουργίτη, τον Δημήτρη Κουρτάκη. Ήρθε σαν αρχοντικός σίφουνας, ψηλός και πληθωρικός, γεμάτος αυτοπεποίθηση. Απ΄ την πρώτη κιόλας στιγμή μούδωσε μια εικόνα που δεν άλλαξε ποτέ: Απλός, φιλικός, δραστήριος. Έτοιμος για συνεννόηση χωρίς το πείσμα, την υπεροψία και τον εγωισμό των οικονομικά πετυχημένων.
«Ότι κι΄ αν κάνεις στη ζωή σου, φρόντισε να το κάνεις σωστά και καλά. Ακόμα κι΄ αν δεν σ΄ αρέσει!» ήταν τα λόγια του συγχωρεμένου του κυρ-Γερασιμάκου, του πατέρα μου. Που τα εφάρμοσα πιστά σ΄ ολόκληρη τη ζωή μου. Φυσικά και στην καινούργια μου δουλειά – και μάλιστα από την πρώτη κιόλας μέρα.
Έπλενα τα γυάλινα δοχεία ή τους σωλήνες των αναλύσεων, ζύγιζα και συσκεύαζα τις οινολογικές ουσίες, σκούπιζα το πάτωμα και καθάριζα τους πάγκους, έτρεχα για λογαριασμούς στην Εθνική Καλαμιώτου, έκανα τα θελήματα όλου του γραφείου. Δεν ήξερα τι θα πει «όχι».
Έτσι, όταν τέλειωσε η μουστιά, η Σία η Τριανταφύλλου – οι πελάτες την φώναζαν κυρά Ντίνα- με είχε συμπαθήσει τόσο πολύ που δεν μ΄ άφησε να φύγω. Με κράτησε για τις εξωτερικές δουλειές του γραφείου και μ΄ έμαθε την αποφασιστικότητα, την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα που χρειάζεται για κάθε δουλειά. Με βοήθησε να «εξαφανίζομαι» για το σχολείο, να μην χάνω τα βραδινά φροντιστήρια μου, ακόμα κι΄ όταν είχαμε πολύ δουλειά, και δεν άφησε κανένα να με κακομεταχειριστεί.
Κυρά Ντίνα μου –καλή σου ώρα όπου και νάσαι- σ΄ ευχαριστώ, σ΄ ευχαριστώ πολύ για μια ακόμα φορά για όσα μούμαθες, για όσα έκανες για μένα!
Κι΄ εγώ έδινα όλο μου τον εαυτό. Σκληρή δουλειά όλη την εβδομάδα. Τα Σάββατα εργάσιμα. Σχεδόν όλα τα πρωινά της Κυριακής, το ίδιο. Λίγες μόνο απογευματινές ώρες της Κυριακής, ο πολύτιμος ελεύθερος χρόνος.
Μετά το Πανεπιστήμιο. Στόχος και σκοπός για μια καλύτερη ζωή. Για ν΄ αποδείξω στον εαυτό μου την όποια αξία μου. Τον στόχο και τον σκοπό που επιδίωξα με πάθος. Με επιμονή και καρτερικότητα. Με μεγάλες θυσίες. Και τον πέτυχα. Κι΄ όταν πήρα το πτυχίο της Νομικής το δίλημμα κατά που θάπρεπε να τραβήξω. Το δίλημμα πια πόρτα της ζωής έπρεπε να διαλέξω και να διαβώ. Να στραφώ στο επάγγελμα που σπούδασα και να γίνω δικηγόρος ή να μείνω και να σταδιοδρομήσω στην δουλειά που έκανα; Αποφάσισα το δεύτερο κι΄ έβαλα το πτυχίο στο συρτάρι. Έτσι, για φυλαχτό και όπλο συνάμα για το δύσκολο μονοπάτι της ζωής.
Κουράστηκα πολύ. Πανεπιστήμιο παρακολουθούσα τα μαθήματα ή τα φροντιστήρια τις πιο παράξενες ώρες: 7-8 το πρωί, 2-3 το μεσημέρι ή 9-10 το βράδυ.
Τρεις φορές την εβδομάδα, 8-10 το βράδυ επί 5 χρόνια, μάθαινα Αγγλικά. Τα χρήματα όμως ήταν λίγα, οι ανάγκες του σπιτιού μεγάλες. Έτσι παρακάλεσα τον Δημήτρη Κουρτάκη να μεσολαβήσει ώστε τα βράδια κάθε Σαββάτου και Κυριακής να δουλεύω σαν γκαρσόνι στον Αθλητικό Όμιλο Κηφισιάς. Δούλεψα στον Α.Ο.Κ. σαν γκαρσόνι κι΄ έμαθα μια άλλη, πολύ δύσκολη, πλευρά της ζωής.
Θυμάμαι την πρώτη μου εμπειρία που θα μου μείνει αξέχαστη. Δεν είχε συμπληρωθεί το δεύτερο Σαββατοκύριακο που είχα αρχίσει να δουλεύω όταν πήγα να ρωτήσω σ΄ ένα μέλος του Ομίλου, που μόλις είχε έρθει, τι θα ήθελε να πάρει. Μου ζήτησε ένα καφέ. Τόλμησα να ρωτήσω πως τον έπινε. Τρόμαξα με το βλέμμα υποτίμησης και αηδίας που μου έριξε. Φώναξε οργισμένος:
-  Να τσακιστής να μάθεις!
Κι εγώ τσακίστηκα κι΄ έμαθα πως η αλαζονεία εκδηλώνεται εκ του ασφαλούς σ΄ ένα άπειρο γκαρσόνι που κάνει τρεις ώρες διαδρομή τα Σαββατοκύριακα για να συμπληρώσει το λιγοστό εισόδημά του.
Και τα χρόνια κύλησαν σαν το νερό που ξεκινά απ΄ την βουνοκορφή και καταλήγει στα ήρεμα νερά της θάλασσας.
«Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις» λένε οι στίχοι του μεγάλου μας ποιητή. Δεν έχω παράπονο. Ο δρόμος μου ήταν μακρύς και πρόσφερε περιπέτειες και γνώση. Παρ΄ όλο που ακόμα και τώρα νοιώθω σαν να μην ξέρω τίποτα, σα νάμαι ακόμα στην αρχή, στην βουνοκορφή – πριν απ΄ το ξεκίνημα. Κι΄ όμως, πέρασαν κιόλας τριάντα ολόκληρα χρόνια.
Πώς να χωρέσεις τόσα πολλά, μέσα στις ασφυκτικές αράδες λίγων φύλλων χαρτιού!
Έζησα μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, μαζί με την δική μου πορεία και όλη την σύγχρονη πορεία της Οινοποιίας Κουρτάκη.
Τις πρώτες προσπάθειες μετατροπής της οικογενειακής παράδοσης από τα χύμα κρασιά, στα τυποποιημένα εμφιαλωμένα. Τους εκρηκτικούς αγώνες του Βασίλη Κουρτάκη να επιβάλλει τον νεανικό του ενθουσιασμό, τους νέους ορίζοντες στην δουλειά, ενάντια στο συντηρητικό μα και εξαιρετικά πετυχημένο και κερδοφόρο κατεστημένο. Τους στενούς συνεργάτες που τον βοήθησαν στην αρχή. Τον Κώστα Τριανταφύλλου. Τον Χρίστο Τούκα που έμελε να μείνει κοντά του, πιστός και υπάκουος, μέχρι την τελευταία του πνοή. Τις πρώτες επιτυχίες της εμφιαλωμένης Ρετσίνας. Την ραγδαία ανάπτυξη της δουλειάς. Τις πρώτες πετυχημένες διαφημίσεις με το «Σουβλάκι και Κουρτάκη». Την δική μου άνοδο μέσα στην δουλειά, ιδίως μετά την αποχώρηση του Κώστα Τριανταφύλλου και της Κυρά-Ντίνας. Την μετατροπή της οικογενειακής, προσωπικής, επιχείρησης σε Ανώνυμη Εταιρία, το 1972. Από την πρώτη μέρα της ίδρυσης της, πριν ακόμα συμπληρώσω τα 23 μου χρόνια, έγινα το πέμπτο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου –μαζί με τα τρία μέλη της οικογένειας Κουρτάκη και τον Νομικό Σύμβουλο, τον Θανάση τον Σταθόπουλο. Και έμεινα εκεί μέχρι τον Νοέμβριο του 1996, για εικοσιτέσσερα χρόνια.
Τις πρώτες προσπάθειες εξαγωγών και τον μεγάλο αγώνα να προστεθούν καινούργια προϊόντα εκτός απ΄ την Ρεστίνα. Τους ομηρικούς καυγάδες για την εξασφάλιση προτεραιότητας στις εξαγωγές σε σχέση με τις ανάγκες του εσωτερικού. Την αγωνία μου όταν βρισκόμουν στα δικαστήρια σαν αγορανομικός υπεύθυνος και την λύπη όταν γέμιζα το ποινικό μου μητρώο με καταδίκες. Τους αγώνες για τα εργατικά, στα δύσκολα χρόνια των αρχών της δεκαετίας του ΄80, όταν ο συνδικαλισμός διέλυε κυριολεκτικά την ευημερία των επιχειρήσεων και τελικά τις έβαζε λουκέτο. Τις ετήσιες μάχες με τους Συνεταιρισμούς για τις τιμές και τις ποσότητες. Το πρώτο συμβόλαιο, για εξαγωγές στον Καναδά, που έδωσα για υπογραφή στον Βασίλη Κουρτάκη. Θυμάμαι πως με κοίταξε λίγο παράξενα και γέλασε:
-Εδώ προβλέπει τον πρώτο χρόνο 10.000 κιβώτια. Σίγουρα θα έκανες λάθος κανένα μηδενικό!
Δεν είχα κάνει κανένα λάθος αφού τον πρώτο χρόνο κάναμε 12.500 κιβώτια. Ο άνθρωπος που μας έβαλε στον Καναδά, ο Κλεάνθης Μίσσιος, δεν ήταν απ΄ αυτούς που υπογράφουν κάτι χωρίς να το τηρήσουν.
Τις συζητήσεις, τις αντιδικίες και τους προβληματισμούς για την δημιουργία της σειράς των κρασιών Apelia που ξεκίνησαν για τις ανάγκες της αγοράς του Καναδά. Τον μόνιμο πονοκέφαλο της δημιουργίας νέων προϊόντων, νέων ετικετών, νέων εντύπων σε πολλές και διαφορετικές ξένες γλώσσες που μοιραστήκαμε με αποτελεσματικά «παυσίπονα» με τον Γιάννη τον Αγγελόπουλο, τηνΆρτεμης την Κοκκινάκη, τον Γιώργο τον Ζαννιά που έφτιαξε την «παράξενη» ετικέτα της Ρετσίνας με φελλό για τις αγορές του εξωτερικού, και πολλούς άλλους. Την αρχική εμφάνιση του Kouros και τους δικαστικούς αγώνες για την κατοχύρωση του σήματος στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τα συνεχή ταξίδια μου σ΄ όλο τον κόσμο για την προώθηση των εξαγωγών. Αμερική, Καναδάς, Αυστραλία, Ιαπωνία, Ευρώπη. Ήρθε χρονιά που ταξίδευα, με την τσάντα στο χέρι και τον ενθουσιασμό στην ψυχή, για έξη από τους δώδεκα μήνες του χρόνου. Τις ταλαιπωρίες και τα αναπάντεχα προβλήματα που μου προέκυπταν στα πέρατα της γης. Τη χαρά και την ικανοποίηση κάθε χρόνο που μεγάλωναν οι εξαγωγές. Τον διαρκή αγώνα για τις Δημόσιες Σχέσεις με επιτυχίες – σταθμούς, όπως η βράβευση των κρασιών Kouros, τα sus-plate για την Μακεδονία μας ή την πώληση των κρασιών μας στα bullet trains της Ιαπωνίας. Τις γκρίνιες για τις χαμηλές τιμές που εξασφάλιζε η εξαγωγή. Τις γκρίνιες για τις δαπάνες των εξαγωγών που υποβάθμιζαν τα κερδοφόρα αποτελέσματα της επιχείρησης. Τον μεγάλο κίνδυνο από τους επαγγελματίες τυχοδιώκτες του κλάδου και τα ξενύχτια για την αποτελεσματική εξουδετέρωση τους. Την οδύσσεια της αποτυχημένης προσπάθειας για την απόκτηση του ελέγχου της ιστορικής εταιρίας «Καμπάς». Την αγωνία, το άγχος και τις προσπάθειες για την επίτευξη της μακροχρόνιας συμφωνίας συνεργασίας με τον Γιάννη Καλλιγά. Το στήσιμο της Kourtakis Deutchland για την ανάπτυξη της Γερμανικής αγοράς. Τους αγώνες και τις προσπάθειες με τον Φώτη Τζιώλη για το άνοιγμα της μακρινής κι΄ απρόσιτης Ιαπωνικής αγοράς. Την λειτουργία της Kourtakis Japan. Τις μεγάλες επιτυχίες με την Lufthansa και την Mitsubishi. Την δημιουργία, την τοποθέτηση και την εκθαμβωτική επιτυχία του Vin de Crete που είναι απίστευτη ακόμα και σε μένα.  
Και τόσα άλλα….
Όλα αυτά τα χρόνια δούλεψα σκληρά. Δεν έκανα ποτέ διακοπές μιας συμπληρωμένης βδομάδας. Έμαθα πολλά. Έκανα ανθρώπινα λάθη. Πικράθηκα και πίκρανα. Αδικήθηκα μα προσπάθησα να μην αδικήσω ποτέ. Προσπάθησα πάντα να κάνω αυτό που έκανα όσο καλύτερα μπορούσα, σα νάκουγα κάθε μέρα τον κυρ-Γερασιμάκο να μου θυμίζει την συμβουλή του. Με υπομονή και εργατικότητα. Με σύνεση και τιμιότητα. Με πρωτοβουλία και αποτελεσματικότητα. Με αισιοδοξία και πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Το χαμόγελο που στερήθηκα στα πιο ευαίσθητα, τα πιο αδικημένα χρόνια της ζωής μου.
Όλα όμως τα πράγματα στη ζωή έχουν μια αρχή και ένα τέλος. Αυτός είναι ο κανόνας της ζωής που δεν γνώρισε ποτέ εξαίρεση.
Και να τώρα, κοντά τριάντα χρόνια μετά την πρώτη εκείνη μέρα του Σεπτέμβρη του 1967, πρέπει να φύγω. Ήσυχα κι΄ απλά όπως ήρθα.
Δύσκολη και επώδυνη η Μεγάλη Απόφαση. Πανίσχυροι οι συναισθηματικοί δεσμοί. Με τους ιδιοκτήτες της επιχείρησης. Με τους συναδέλφους που ζήσαμε μαζί μια ολόκληρη ζωή. Με τους πελάτες που ήταν ταυτόχρονα και φίλοι. Με τους συνεργάτες μας που κοπιάζαμε μαζί για το καλύτερο αποτέλεσμα. Με το περιβάλλον της δουλειάς. Με το κρασί. Μ΄ αυτά τα λίγα που μπόρεσα να προσφέρω όλα αυτά τα χρόνια. 
Αλλά η Μεγάλη Απόφαση ήταν αναπόφευκτη. Το δίλημμα όμως απελπιστικό. Πως θα μιλήσω για τη Μεγάλη Απόφαση; Πως θα πω πως ήρθε πια η ώρα να φύγω;
Την λύση έδωσε ο ίδιος ο Βασίλης Κουρτάκης:
-  Θα πεις την αλήθεια! Θα πεις πως είχαμε διαφωνίες, σε πολιτισμένο επίπεδο, για πολύ σοβαρά θέματα και αυτό σε υποχρέωσε να υποβάλλεις την παραίτηση σου!
Πόσο απλό ήταν αλήθεια!
Φεύγω με το κεφάλι ψηλά αφήνοντας πίσω, μαζί με το 1996, και το μεγαλύτερο ρεκόρ εξαγωγών που επιτεύχθηκε στα 100 χρόνια λειτουργίας του οινοποιείου. Δεν αισθάνομαι την παραμικρή κακία για κανένα. Αντίθετα, ζητώ ταπεινά συγνώμη απ΄ όλους εκείνους που άθελά μου στεναχώρησα. Απ΄ όλους εκείνους που άθελά μου πίκρανα. Και τους παρακαλώ να θυμούνται περισσότερο τις καλύτερες πλευρές μου και λιγότερο τις ανθρώπινες αδυναμίες μου.
Σας αποχαιρετώ, σας σφίγγω θερμά το χέρι και εύχομαι να μην είναι η τελευταία φορά!
 Λεωνίδας Κουμάκης
Δεκέμβριος 1996

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου