Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας για αρχάριους



ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ: Έχεις 2 αγελάδες και δίνεις τη μία στον γείτονά σου.

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ: Έχεις 2 αγελάδες, η κυβέρνηση παίρνει και τις δύο και σου δίνει γάλα.

ΦΑΣΙΣΜΟΣ : Έχεις 2 αγελάδες, η κυβέρνηση παίρνει και τις δύο και σου πουλά λίγο γάλα.

ΝΑΖΙΣΜΟΣ : Έχεις 2 αγελάδες, η κυβέρνηση τις παίρνει και σε σκοτώνει κιόλας.

ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ : Έχεις 2 αγελάδες, η κυβέρνηση παίρνει και τις 2, σκοτώνει τη μία, αρμέγει την άλλη και στο τέλος πετά το γάλα.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ : Έχεις 2 αγελάδες, πουλάς τη μία, αγοράζεις ένα ταύρο, πολλαπλασιάζεις το κοπάδι και η οικονομία αναπτύσσεται ομαλά. Στη συνέχεια, πουλάς όλο το κοπάδι, γίνεσαι εισοδηματίας και ζεις καλύτερα.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις 2 αγελάδες, πουλάς τη μία και αναγκάζεις την άλλη να παράγει το γάλα που αντιστοιχεί σε 4 αγελάδες. Αργότερα, προσλαμβάνεις έναν εμπειρογνώμονα για να αναλύσει τους λόγους για τους οποίους η αγελάδα έπεσε νεκρή.

ΓΑΛΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις 2 αγελάδες και απεργείς επειδή θέλεις 3.

ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις 2 αγελάδες και τις ανασχεδιάζεις έτσι ώστε να έχουν το 1/10 του μεγέθους τους και να παράγουν 20 φορές περισσότερο γάλα. Μετά σχεδιάζεις ένα έξυπνο καρτούν, το ονομάζεις COWKEMON και το πουλάς σε όλο τον κόσμο.

ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις 2 αγελάδες και τις ανασχεδιάζεις έτσι ώστε να ζουν 100 χρόνια, να τρώνε μία φορά το μήνα και να αυτοαρμέγονται.

ΙΤΑΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες αλλά δεν ξέρεις που είναι, έτσι κάνεις διάλειμμα για φαγητό.

ΡΩΣΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες, τις μετράς και μαθαίνεις ότι στην πραγματικότητα έχεις 5. Τις ξαναμετράς και μαθαίνεις ότι έχεις 42. Την τρίτη φορά μαθαίνεις ότι έχεις δύο ξανά. Μετά σταματάς να μετράς και ανοίγεις ακόμη ένα μπουκάλι βότκα.

ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες, 300 ανθρώπους να τις αρμέγουν, ισχυρίζεσαι ότι εξασφαλίζεις πλήρη απασχόληση και υψηλή παραγωγικότητα και συλλαμβάνεις τον δημοσιογράφο που ανακοινώνει τους παραπάνω αριθμούς.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες, τις πουλάς όσο-όσο, με τα λίγα χρήματα που σου δίνουν δίνεις προκαταβολή για να πάρεις αυτοκίνητο, το οποίο αποπληρώνεις σε 7.083 δόσεις.

ΙΝΔΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες και απλά τις λατρεύεις.

ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Έχεις δύο αγελάδες και είναι και οι δύο τρελές

Ανθελληνικό κίνημα


 Ανθελληνικό κίνημα
Η Μαρία Ρεπούση είναι βουλευτής της ΔΗΜ.ΑΡ. και τομεάρχης Παιδείας στο κόμμα του κ. Κουβέλη, που συμμετέχει στην κυβέρνηση. Είναι η υπεύθυνη της αναγραφής της κατάπτυστης λέξης «συνωστισμός» στα βιβλία Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού, σε κεφάλαιο που αναφερόταν στη σφαγή της Σμύρνης. Η κυρία Ρεπούση είναι εκείνη που αποχώρησε από την αίθουσα της Ολομέλειας της Βουλής όταν τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή για τη γενοκτονία των Ποντίων από τους Τούρκους.
Η Μαρία Ρεπούση διέψευσε ότι ζήτησε την κατάργηση της αναπαράστασης της Εξόδου του Μεσολογγίου, της ανατίναξης της Αρμάτας στις Σπέτσες και της αναπαράστασης στο Κούγκι, αλλά η υπόλοιπη δράση της δεν επιδέχεται διαψεύσεων. Οσα παραπέμπουν στον οθωμανικό τάφο στον οποίον εγκλωβίστηκε επί αιώνες το Γένος των Ελλήνων την τέρπουν. Μόνο την υποχρεωτική ανάρτηση της ημισελήνου στα δημόσια κτίρια δεν έχει ζητήσει ακόμα.
Ωστόσο, μπορεί να πρωτοστατεί στον ανθελληνικό ακτιβισμό η εκλεκτή του κ. Κουβέλη, αλλά δεν είναι μόνη. Ο ανθελληνισμός είναι κίνημα στην Ελλάδα και η εκπροσώπησή του αυξάνεται καθημερινά, με ταχύτατους ρυθμούς.
Στην αρχή αποτελούσε μια προσοδοφόρα έξη της ημεδαπής ελληνόφωνης ελίτ. Ομως, με την πάροδο των χρόνων και τον συστηματικό αφελληνισμό της δημόσιας εκπαίδευσης, που μεθόδευσε η ζοφερή κυβέρνηση Σημίτη, η χώρα έχει αρχίσει να υποδέχεται γενιές ολόκληρες που είναι εξοικειωμένες με τις αρχές και τις αξίες της κυρίας Ρεπούση.
Στη Δημόσια Διοίκηση, στον δημοσιογραφικό κόσμο, στον χώρο της «διανόησης» και στα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα η κυρίαρχη ιδεολογία βρίσκεται πιο κοντά στα ρεπουσικά υποπροϊόντα παρά στην ελληνική παράδοση.
Ο πατριωτισμός, η Ορθοδοξία και το σύνολο των ιδεών με τις οποίες γαλουχήθηκαν οι προηγούμενες γενεές δυσφημούνται ως «εθνικισμός, προγονοπληξία, αναχρονισμός, θρησκοληψία». Το δυσάρεστο είναι ότι με την πάροδο του χρόνου, την επιμονή των προπαγανδιστών του πολυπολιτισμού και την αφθονία σε υλικά μέσα που διαθέτουν η τάση του αφελληνισμού δείχνει να προελαύνει.
Το κράτος τι κάνει; Καθεύδει – όποτε δεν τάσσεται απροκάλυπτα υπέρ του πολυπολιτισμικού νεφελώματος.

Ρεπούση: Να αλλάξει ο τρόπος εορτασμού της Εξόδου του Μεσολογγίου


 Ρεπούση: Να αλλάξει ο τρόπος εορτασμού της Εξόδου του Μεσολογγίου
Να αλλάξει ο τρόπος εορτασμού της Εξόδου του Μεσολογγίου, της ανατίναξης της Αρμάτας στις Σπέτσες, της αναπαράστασης στο Κούγκι, οι εκδηλώσεις για το Λάβαρο της Αγίας Λαύρας, ζητεί η βουλευτής της ΔΗΜΑΡ κυρία Μαρία Ρεπούση, η οποία χαρακτηρίζει όλες αυτές τις αναπαραστάσεις, περιλαμβανομένης και της αναπαράστασης της εισόδου των ελληνικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη ως… «εθνικιστικά κιτς»…
 Δεν προσφέρουν τίποτα αναπαράγουν την εθνικιστική έξαρση, επαναλαμβάνονται συνεχώς και δεν γίνεται κανένας ιστορικός στοχασμός, λέει η βουλευτής της ΔΗΜΑΡ.
«Η έξοδος του Μεσολογγίου δεν θα μπορούσε να καταργηθεί», σημείωσε η κυρία Ρεπούση την Τρίτη το πρωί «διότι έγινε και κανείς δεν μπορεί να την καταργήσει. Εκείνο που πρέπει να ξανασκεφθούμε είναι ο τρόπος που γιορτάζουμε τις εθνικές επετείους ώστε να πάψουν να είναι στερεοτυπικές και να γίνουν περισσότερο αναστοχαστικές και χρήσιμες για την ιστορική μας μνήμη, αλλά και την προοπτική της χώρας μας».
Ζητεί όμως από τον υπουργό Παιδείας κ. Κ. Αρβανιτόπουλο και κάτι άλλο η κυρία Ρεπούση: «Να καταργηθούν εδώ και τώρα οι μαθητικές παρελάσεις». Ούτε αυτές προσφέρουν τίποτα, είναι αναχρονιστικές, θεσπίσθηκαν επί Μεταξά και είμαστε, όπως λέει η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που διοργανώνουμε μαθητικές παρελάσεις.

Πήγαν για … χόρτα Βενιζέλος και Κουβέλης;


 Πήγαν για … χόρτα Βενιζέλος και Κουβέλης;
Την ώρα που η καταμέτρηση των ψήφων στη Βουλή για τις αποκρατικοποιήσεις συνεχίζεται ο Γιάννης Μανώλης «καρφώνει» τους… απόντες.
Το στέλεχος των Ανεξάρτητων Ελλήνων Γιάννης Μανώλης έγραψε το parapolitika.gr, πριν από λίγο στο twitter:
«Κουβέλης και Βενιζέλος είχαν πάει για χόρτα;«

Γιατί το Ισραήλ πρέπει να ανταλλάξει τα πυρηνικά του όπλα Θα σταματήσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αποδεχόμενο μια αποπυρηνικοποιημένη Μέση Ανατολή

Uri Bar-Joseph
Στις 19 Σεπτεμβρίου, χωρίς να εκπλήξει κανέναν, ο Σαούλ Τσορέβ, ο γενικός διευθυντής της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας του Ισραήλ, ανακοίνωσε ότι η κυβέρνησή του δεν θα παρακολουθήσει ένα επερχόμενο συνέδριο αφιερωμένο στην οικοδόμηση μιας Μέσης Ανατολής χωρίς πυρηνικά. Η ανακοίνωση επιβεβαίωσε την πάγια θέση του Ισραήλ ότι μια αποπυρηνικοποιημένη ζώνη μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα μιας διαρκούς ειρήνης στην περιοχή. Μέχρι να επιτευχθεί μια τέτοια ειρήνη, η Ιερουσαλήμ δεν θα κάνει οποιοδήποτε απτό βήμα προς την εξάλειψη των πυρηνικών όπλων του.
Τουλάχιστον από πρώτη άποψη, η στάση αυτή είναι λογική. Για 45 χρόνια, το Ισραήλ είναι η μόνη πυρηνική δύναμη στη Μέση Ανατολή, απολαμβάνοντας ένα τρομερό στρατηγικό δίχτυ ασφαλείας εναντίον οποιασδήποτε απειλής για την ύπαρξή του. Από το 1957, το Ισραήλ έχει επενδύσει τεράστιους πόρους στην οικοδόμηση ενός συμπαγούς πυρηνικού οπλοστασίου στην Ντιμόνα. 
Σήμερα, σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, το απόθεμα περιλαμβάνει περίπου 100-300 όπλα, συμπεριλαμβανομένων των θερμοπυρηνικών κεφαλών δύο σταδίων και μια ποικιλία συστημάτων μεταφοράς, το σημαντικότερο από τα οποία είναι τα μοντέρνα γερμανικής κατασκευής υποβρύχια που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ικανότητας του Ισραήλ για δεύτερο χτύπημα. Το να εγκαταλείψει το Ισραήλ αυτά τα περιουσιακά του στοιχεία και μάλιστα στη μέση μιας εξελισσόμενης διένεξης φαίνεται στους Ισραηλινούς ως παραλογισμός.

Η αντίληψη αυτή, ωστόσο, παραβλέπει το γεγονός ότι η πυρηνική ικανότητα του Ισραήλ δεν έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην άμυνα της χώρας. [1] Σε αντίθεση με άλλα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα, το Ισραήλ ξεκίνησε το πυρηνικό του πρόγραμμα, όχι επειδή υπήρχε μια πραγματική ή φανταστική πυρηνική ικανότητα κάποιου αντιπάλου, αλλά λόγω της ανησυχίας ότι, σε μακροπρόθεσμη βάση, οι αραβικές συμβατικές δυνάμεις θα ξεπεράσουν την ισχύ των Δυνάμεων Άμυνας του Ισραήλ (IDF). Ήδη από τη δεκαετία του 1950, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νταβίντ Μπεν – Γκουριόν προσπάθησε να διαχειριστεί την απειλή του εκσυγχρονισμού των αραβικών ενόπλων δυνάμεων, που ήταν εμπνευσμένες από ένα παναραβικό συναίσθημα και υποστηρίζονταν από τη Σοβιετική Ένωση, αναπτύσσοντας το απόλυτο αποτρεπτικό όπλο. Ο Σιμόν Πέρες, ο αρχιτέκτονας του πυρηνικού προγράμματος του Ισραήλ και τώρα πρόεδρος της χώρας, υποστήριξε ακατάπαυστα με δημόσιες ομιλίες και με γραπτά του ότι το Ισραήλ έχει ανάγκη να αντισταθμίσει το μεγάλο μέγεθος των αραβικών στρατών με την «επιστήμη» - μια κωδική λέξη για τα πυρηνικά όπλα.

Όπως αποδείχθηκε, όμως, η αραβική συμβατική υπεροχή δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Από τότε που το Ισραήλ διέσχισε το πυρηνικό κατώφλι στις παραμονές του πολέμου του 1967, η ποιοτική διαφορά μεταξύ των συμβατικών δυνάμεων του Ισραήλ και των Αράβων γειτόνων του έχει μόνο διευρυνθεί. Σήμερα, ιδιαίτερα καθώς ο συριακός στρατός διαλύεται σιγά-σιγά, ο Ισραηλινός στρατός θα μπορούσε να νικήσει αποφασιστικά οποιονδήποτε συνδυασμό συμβατικών δυνάμεων των Αράβων (και του Ιράν). Το πλεονέκτημα τούτο, σε συνδυασμό με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών προς το Ισραήλ, είναι αυτό που έχει κρατήσει τις αραβικές χώρες από το να πάρουν τα όπλα κατά του εβραϊκού κράτους - όχι ο φόβος των πυρηνικών αντιποίνων.

Αν, βέβαια, το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα, το οπλοστάσιο στη Ντιμόνα δεν θα είναι πλέον άνευ σημασίας. Θα είναι ένα σημαντικό αντιστάθμισμα έναντι του Ιράν. Αλλά μακράν του να είναι μια ασφαλής ισορροπία, όπως ο θεωρητικός των διεθνών σχέσεων Kenneth Waltz υποστήριξε [2], αυτή η κατάσταση θα είναι εξαιρετικά ασταθής, ειδικά στην αρχή. Τα δύο κράτη δυσπιστούν βαθιά το ένα για το άλλο και δεν έχουν κανέναν αποτελεσματικό δίαυλο επικοινωνίας. Δεδομένου ότι το Ιράν δεν θα έχει την ικανότητα για ένα δεύτερο χτύπημα και οι Ισραηλινοί προτιμούν συχνά την πρόληψη στις συγκρούσεις, η Ιερουσαλήμ θα μπορούσε να μπει στον πειρασμό να ξεκινήσει ένα πυρηνικό πρώτο χτύπημα. Επιπλέον, άλλες γειτονικές χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία, θα μπορούσαν να αναζητήσουν και οι ίδιες πυρηνικά όπλα, αποσταθεροποιώντας περαιτέρω την περιοχή και αυξάνοντας την πιθανότητα μιας ακούσιας πυρηνικής ανταλλαγής.

Φοβούμενοι την προοπτική να ζουν στη σκιά αυτής της τρομοκρατίας, πολλοί Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν δημοσίως κάνει έκκληση για ένα στρατιωτικό χτύπημα που θα σταματήσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ωθούνται από τις ανησυχίες που είναι βαθιά ριζωμένες στην κουλτούρα του Ισραήλ, που απορρέουν από το τραύμα του Ολοκαυτώματος και τις δύο χιλιάδες χρόνια συναισθηματικής και πραγματικής θυματοποίησης που διατρέχει όλη την Εβραϊκή Διασπορά.
Οι Ισραηλινοί ηγέτες, και ιδιαίτερα ο πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου, προσωποποιούν σήμερα την πεποίθηση ότι η χώρα μπορεί να βασίζεται μόνο στον εαυτό της όταν πρόκειται για την ασφάλειά της και την ύπαρξή της.

Το πρόβλημα για το Ισραήλ, ωστόσο, είναι ότι ένα χτύπημα στο Ιράν θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες, δεδομένου μάλιστα ότι ο Ισραηλινός στρατός δεν μπορεί να καταστρέψει εντελώς την πυρηνική υποδομή του Ιράν από μόνος του. Το Ισραήλ μπορεί να καθυστερήσει την πυρηνικοποίηση του Ιράν, αλλά δεν μπορεί να την αποτρέψει. Εν τω μεταξύ, ένα στρατιωτικό πλήγμα θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη αντίδραση, συμπεριλαμβανομένων των επιθέσεων με ρουκέτες και πυραύλους από το Ιράν, τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς στα αστικά κέντρα του Ισραήλ. Ακριβώς το ίδιο ανησυχητικό είναι το ότι ένα χτύπημα θα παρέχει στο ιρανικό καθεστώς μια καλή δικαιολογία για την απόφασή του να γίνει κάτοχος πυρηνικών.

Και έτσι το Ισραήλ βρίσκεται σε ένα στρατηγικό δίλημμα: θεωρεί την ιρανική βόμβα ως μια απειλή για την ύπαρξή του αλλά δεν μπορεί να σταματήσει πυρηνικοποίηση του Ιράν από μόνη της ή χωρίς να προκαλέσει μια απρόβλεπτη αντίδραση.

Ευτυχώς, το Ισραήλ έχει μια διέξοδο από αυτό το στρατηγικό κενό: με το να συμφωνήσει να εγκαταλείψει το πυρηνικό του οπλοστάσιο. Αντί να απορρίπτει τις εκκλήσεις για μια περιοχή ελεύθερη από όπλα μαζικής καταστροφής, η Ιερουσαλήμ θα μπορούσε να συμμετάσχει σε μια τέτοια πρωτοβουλία - να συμμετάσχει σε μια παρόμοια θυσία από όλους τους άλλους περιφερειακούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν. Η κοινή πεποίθηση είναι ότι αυτό θα ήταν μια κακή συμφωνία για το Ισραήλ, γιατί θα δώσει πάρα πολλά με αντάλλαγμα πολύ λίγα. Αλλά μια τέτοια τολμηρή κίνηση θα μπορούσε να θέσει σε λειτουργία μια μακροπρόθεσμη διαδικασία που θα μπορούσε να άρει το πικρό αδιέξοδο στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Το Ιράν έχει κάνει έκκληση για μια ελεύθερη από πυρηνικά όπλα ζώνη στη Μέση Ανατολή ήδη από το 1974 και αντιλαμβάνεται το ισραηλινό οπλοστάσιο ως μια μεγάλη απειλή, γι' αυτό και δεν θα έχει καμία άλλη επιλογή από το να στηρίξει αυτήν την πρωτοβουλία. Και καθαρά από την άποψη της ασφάλειας, το Ισραήλ θα είναι ασφαλέστερο σε μια περιοχή ελεύθερη από όπλα μαζικής καταστροφής. Θα διατηρήσει την συμβατική υπεροχή του και την ικανότητά του να αποτρέπει τις συμβατικές προκλήσεις - εξαλείφοντας στο μεταξύ την προοπτική των μη συμβατικών απειλών, όπως μια ιρανική πυρηνική βόμβα ή τα χημικά όπλα της Συρίας.

Φυσικά, το Ισραήλ δεν είναι πιθανό να εγκαταλείψει όντως το δικό του πυρηνικό οπλοστάσιο σύντομα, και, ακόμη και αν το έκανε, δεν θα έχανε την τεχνογνωσία και την ικανότητα να παράγει πυρηνικά όπλα στο μέλλον. Όμως, μια αλλαγή στην πολιτική που έβαλε το Ισραήλ στην κατεύθυνση αυτή τουλάχιστον θα αύξανε την πίεση στο Ιράν να σταματήσει το δικό του πυρηνικό πρόγραμμα.

Αρκετές εξελίξεις μπορεί τελικά να ενθαρρύνουν την Ιερουσαλήμ να κάνει το μεγάλο βήμα. Καθώς το Ιράν προχωρά βήμα – βήμα προς την κατασκευή της πυρηνικής βόμβας, το status quo των τελευταίων 45 ετών, στην διάρκεια των οποίων το Ισραήλ πέτυχε να διατηρήσει το περιφερειακό πυρηνικό μονοπώλιό του με σχεδόν καμιά εξωτερική πίεση, γίνεται όλο και περισσότερο μη διατηρήσιμο. Αν το Ισραήλ δεν καταφύγει τελικά στη μονομερή χρήση στρατιωτικής βίας κατά του Ιράν, η διεθνής πίεση θα αυξηθεί ώστε το Ισραήλ να εγκαταλείψει τη στρατηγική της πυρηνικής αδιαφάνειας [3], να ξεκαθαρίσει το θέμα για το οπλοστάσιό του και να λάβει συγκεκριμένα μέτρα προς την κατεύθυνση της δημιουργίας μιας Μέσης Ανατολής χωρίς πυρηνικά.

Στο κάτω - κάτω, η λογική της χρήσης βίας για να εξασφαλίσει το πυρηνικό μονοπώλιο βρίσκεται σε αντίθεση με τους διεθνείς κανόνες. Περίπου η ίδια πίεση μπορεί να προκύψει αν οι διεθνείς κυρώσεις κατά του Ιράν αποδειχθούν επιτυχείς και η Τεχεράνη συμφωνήσει να περιορίσει την πυρηνική ανάπτυξη της χώρας ή εάν μια συμμαχία υπό αμερικανική ηγεσία καταστρέψει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν.

Η πορεία προς μια απαλλαγμένη από πυρηνικά Μέση Ανατολή μπορεί να είναι το κόστος που η Ιερουσαλήμ θα κληθεί να πληρώσει για τις προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας να διασώσει το Ισραήλ από μια απειλητική κατάσταση. Από την άλλη πλευρά, εάν το Ιράν δεν γίνει ένα πυρηνικό κράτος, οι Ισραηλινοί ψηφοφόροι μπορούν να πιέσουν την κυβέρνησή τους να εγκαταλείψει τα πυρηνικά όπλα της χώρας με αντάλλαγμα να κάνει το ίδιο και το Ιράν. Σύμφωνα με μια έρευνα που διεξήχθη το 2011 από τον Shibley Telhami του Πανεπιστημίου του Maryland, το 65% των Ισραηλινών Εβραίων προτιμούν ούτε το Ιράν ούτε το Ισραήλ να έχουν πυρηνικά όπλα.

Η πυρηνική ικανότητα του Ισραήλ δεν ήταν ποτέ απαραίτητη για την άμυνα της χώρας και θα γίνει σημαντική μόνο αν το Ιράν αποκτήσει τα δικά του πυρηνικά όπλα. Αλλά αυτό το επικίνδυνο αποτέλεσμα, ειδικά για ένα κράτος «μιας βόμβας» όπως το Ισραήλ, δεν χρειάζεται να πραγματοποιηθεί. Αν το Ισραήλ δεσμευτεί για μια Μέση Ανατολή ελεύθερη από όπλα μαζικής καταστροφής, προσφέροντας τη δική του πυρηνική δυνατότητα ως διαπραγματευτικό χαρτί, μπορεί να κάνει τελικά καλή χρήση του πιο αμφιλεγόμενου στρατηγικού πλεονεκτήματός του.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved. 
Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/138224/uri-bar-joseph/why-israel-...
Συνδέσεις:
[1] http://www.foreignaffairs.com/articles/137374/dmitry-adamsky/why-israel-...
[2] http://www.foreignaffairs.com/articles/137731/kenneth-n-waltz/why-iran-s...
[3] http://www.foreignaffairs.com/articles/66569/avner-cohen-and-marvin-mill...
Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr

Ινφογνώμων Πολιτικά

ΚΥΠΡΟΣ, ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ: Η Κομισιόν, αφού απομόνωσε έντεχνα ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κύπρου από το διεθνή δανεισμό, με τη βοήθεια της Fitch και της ΕΚΤ, την υποχρέωσε να συνθηκολογήσει – προφανώς με γεωπολιτικές σκοπιμότητες


"Το 1960 η Κύπρος ανακήρυξε την ανεξαρτησία της, από την κάποτε μεγάλη αποικιοκρατική δύναμη - από τη Μ. Βρετανία. Μερικά χρόνια αργότερα, το νησί χωρίσθηκε de facto στα δύο, μετά την εισβολή της Τουρκίας - ενώ το 2004 εισήλθε, το ελεύθερο μέρος, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σχετικά γρήγορα, το 2008, το ευρώ αντικατέστησε την κυπριακή λίρα - με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν το ίδιο έτος τα προβλήματα, τα οποία ενδεχομένως θα οδηγήσουν ξανά την Κύπρο στην ολοκληρωτική απώλεια της εθνικής της ανεξαρτησίας. Δυστυχώς, η σημερινή κρίση μπορεί να την μεταβάλει σε ένα είδος προτεκτοράτου της Ευρωζώνης, σε μία χώρα της Γερμανικής Κοινοπολιτείας καλύτερα, όπως και την Ελλάδα".

Ανάλυση

Οι αιτίες της κυπριακής κρίσης δανεισμού μοιάζουν να είναι κάτι ενδιάμεσο, μεταξύ των προβλημάτων της Ισπανίας ή/και της Ιρλανδίας, καθώς επίσης της Ελλάδας. Από τη μία πλευρά θεωρείται ότι, η έντονη οικοδομική δραστηριότητα δημιούργησε μία φούσκα στην αγορά ακινήτων, το σπάσιμο της οποίας οδήγησε στην πτώση των τιμών - η οποία έφερε στην επιφάνεια, σε συνδυασμό με την ελληνική κρίση, τα προβλήματα του χρηματοπιστωτικού της τομέα.

Από την άλλη πλευρά, κατηγορείται ο διογκωμένος δημόσιος τομέας της (αριθμός δημοσίων υπαλλήλων, μεγάλες αμοιβές) ο οποίος, σε συνδυασμό με τις υψηλές συντάξεις, λέγεται πως ευθύνεται για τα σχετικά υψηλά ελλείμματα στον προϋπολογισμό της.

Ο συνδυασμός τώρα των παραπάνω «γεγονότων», φαίνεται πως οδήγησε στην απομόνωση της Κύπρου από τις χρηματαγορές -από τις οποίες αδυνατούσε πλέον να δανεισθεί με βιώσιμα επιτόκια. Κατά τους οικονομολόγους του νησιού, πρόκειται για μία κρίση ρευστότητας - σε αντίθεση με την Ελλάδα η οποία, σύμφωνα βέβαια με τους ίδιους, χαρακτηρίζεται από μία κρίση βιωσιμότητας του χρέους.

Στα πλαίσια αυτά, η κυβέρνηση της Κύπρου επέλεξε αρχικά να καταφύγει στο δανεισμό 2,5 δις € από τη Ρωσία, με επιτόκιο 4,5% - έτσι ώστε να αποφύγει τη «βοήθεια» της Ευρώπης και ειδικά την εισβολή του ΔΝΤ στην επικράτεια της, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται (υφεσιακά προγράμματα λιτότητας, λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας κοκ.).

Ο μεγαλύτερος φόβος της ήταν η ενδεχόμενη επιβολή της αύξησης του φόρου εισοδήματος (10%), η οποία θα ανάγκαζε πολλές ξένες επιχειρήσεις να «μεταναστεύσουν» - αφού η εγκατάσταση τους εκεί οφείλεται κυρίως στους χαμηλούς συντελεστές φορολόγησης τους (φορολογικός παράδεισος).

Περαιτέρω, κατά τη δική μας άποψη, η κυπριακή κρίση δανεισμού μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με την αντίστοιχη τηςΙσλανδίας - αφού το βασικό πρόβλημα και των δύο χωρών ήταν για την Ισλανδία (είναι ακόμη για την Κύπρο), το υπερδιογκωμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και στις δύο χώρες, το ξέσπασμα της κρίσης έφερε στην επιφάνεια το τεράστιο αυτό πρόβλημα τους - όπου, στην περίπτωση της Κύπρου, η παράλληλη ελληνική κρίση, ιδιαίτερα η διαγραφή χρέους (PSI), επιδείνωσε κατά πολύ την ήδη άσχημη κατάσταση της.

Ο παρακάτω συγκριτικός Πίνακας Ι, ο οποίος αποτυπώνει τα μεγέθη των δύο χωρών σε δολάρια το 2011, θα μας βοηθήσει στην περαιτέρω ανάλυση μας:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Οικονομικοί δείκτες της Κύπρου και της Ισλανδίας το 2011 (προβλέψεις), σε δις $

Δείκτες
Κύπρος
Ισλανδία



ΑΕΠ
24,95
14,05
Ρυθμός ανάπτυξης
0,5%
3,1%
Γεωργία/ΑΕΠ
2,4%
5,4%
Βιομηχανία/ΑΕΠ
16,5%
24,7%
Υπηρεσίες/ΑΕΠ
81,1%
69,9%
Εργαζόμενοι
414.100
175.700
Ανεργία
7,71%
7,4%
Έλλειμμα προϋπολογισμού
-6,5%
-4,4%
Δημόσιο χρέος/ΑΕΠ
65,8%
128,3%
Εξαγωγές
2,16
5,3
Εισαγωγές
8,03
4,5
Εμπορικό έλλειμμα/πλεόνασμα
-5,87
0,80
Εμπορικό έλλειμμα/ΑΕΠ
-23,53%
5,69%
Εξωτερικό χρέος
35,87
124,5
Εξωτερικό χρέος/ΑΕΠ
143,7%
886,1%
ΠηγήCIA World Factbook
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα Ι, το μεγάλο πρόβλημα της Κύπρου είναι το εμπορικό έλλειμμα (πλεόνασμα η Ισλανδία), σε σχέση με το ΑΕΠ – με τη γεωμετρική αύξηση του δημοσίου και εξωτερικού χρέους της Ισλανδίας, λόγω της υπερχρέωσης των τραπεζών της, να δείχνει το δρόμο που θα οδηγηθεί η Κύπρος, η οποία πάσχει (επί πλέον) από την ίδια ασθένεια.    

Η «ειδοποιός» διαφορά φυσικά μεταξύ των δύο χωρών, η οποία ίσως αποδειχθεί μοιραία για την Κύπρο, είναι αφενός μεν το νόμισμα, αφετέρου η συμμετοχή της στην Ευρωζώνη, σε συνδυασμό με τη «γεωπολιτική» της θέση - αφού η Ισλανδία, σε μία σχετικά ουδέτερη γεωγραφική ζώνη, είχε την (επώδυνη) δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος της, καθώς επίσης την ανεξαρτησία, αλλά και το θάρρος, να αρνηθεί την ανάληψη των τραπεζικών χρεών από τους Πολίτες της (αν και συνυπολογίζονται ακόμη στα εξωτερικά χρέη της).     

Σε κάθε περίπτωση, τόσο η Κύπρος, όσο η Ισπανία και η Ιρλανδία, δεν είχαν ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, αλλά ούτε και υψηλό δημόσιο χρέος, πριν από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η Κύπρος δε το 2008 είχε ένα πλεόνασμα της τάξης του 0,9% και δημόσιο χρέος χαμηλότερο από το 50% του ΑΕΠ της - πολύ λιγότερο δηλαδή, από αυτό που απαιτείται από τη συμφωνία του Μάαστριχτ.  

Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΦΟΥΣΚΑ

"Λίγο μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, τον Οκτώβριο του 2008, το 85% του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ισλανδίας κατέρρευσε – με αποτέλεσμα να αλλάξουν τα πάντα στη χώρα, μέσα σε λίγες μόνο ημέρες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι τρεις μεγάλες τράπεζες, οι οποίες τελικά χρεοκόπησαν, είχαν αποκτήσει το δεκαπλάσιο μέγεθος του ΑΕΠ της Ισλανδίας, παρά το ότι είχαν ιδιωτικοποιηθεί μόλις το 2002 – ενώ μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα είχαν εξαγοράσει, με τη βοήθεια της άμετρης μόχλευσης, πολυάριθμες επιχειρήσεις στη Σκανδιναβία, στις Η.Π.Α. και στη Μ. Βρετανία". 

Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος της Κύπρου έχει συνολικό ισολογισμό της τάξης των 152 δις € - γεγονός που σημαίνει ότι,υπερβαίνει το ΑΕΠ της χώρας κατά περίπου οκτώ φορές. Τέτοιες τρομακτικές διαστάσεις γνωρίζουμε μόνο από την Ιρλανδίακαι την Ισλανδία – χώρες οι οποίες οδηγήθηκαν στη χρεοκοπία, από τον τραπεζικό τους τομέα (όπως και η Ουρουγουάη). Εν τούτοις, δεν είναι μόνο το μέγεθος ανησυχητικό για την Κύπρο - αλλά και η μεγάλη εξάρτηση των τραπεζών της από την Ελλάδα (όπου φυσικά οι κυπριακές τράπεζες κέρδισαν πάρα πολλά χρήματα τα τελευταία χρόνια).

Ειδικότερα, από τη μία πλευρά έχουμε τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, τα οποία κατέχουν κυπριακές τράπεζες – με την Τράπεζα Κύπρου να διαθέτει ομόλογα αξίας 2,4 δις €, καθώς επίσης την μικρότερη της, την Κυπριακή Λαϊκή Τράπεζα, να έχει στα βιβλία της ομόλογα αξίας 3,4 δις €. Η διαγραφή χρέους της Ελλάδας (PSI) υποχρέωσε τις δύο αυτές τράπεζες να «αποσβέσουν» περί τα 3 δις € (4,2 δις € οι τρεις μεγαλύτερες) - ποσόν που αντιστοιχεί με το 17% περίπου του κυπριακού ΑΕΠ (σε μία εποχή, το Μάρτιο του 2012, όπου η Κύπρος θα έπρεπε να πληρώσει τόκους άνω του 10%, εάν ήθελε να δανεισθεί από τις διεθνείς αγορές).

Περαιτέρω, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος της Κύπρου κατέχει, συνολικά, ομόλογα του ελληνικού δημοσίου αξίας περίπου 14 δις €- αν και σε αυτό το ποσόν συμπεριλαμβάνονται επίσης οι απαιτήσεις των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες είναι εγκατεστημένες στη Κύπρο και δεν υπάρχει λόγος να ανακεφαλαιοποιηθούν από το νησί (επειδή οι ελληνικές τράπεζες και εκεί έχουν πρόσβαση στο μηχανισμό ELA, ο οποίος χρηματοδοτείται από την ΕΚΤ).  

Από την άλλη πλευρά βέβαια, οι κυπριακές τράπεζες δεν έχουν μόνο χρεόγραφα του ελληνικού δημοσίου στην κατοχή τους, αλλά και τραπεζικά ομόλογα, αξίας 5 δις € - καθώς επίσης δάνεια στον ιδιωτικό τομέα της Ελλάδας, συνολικής αξίας περί τα 22 δις €.

Στην περίπτωση τώρα που η Ελλάδα δεν θα υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει την  Ευρωζώνη (κάτι για το οποίο συνεχίζουν να αμφιβάλλουν οι αγορές), η ενδεχόμενη διαγραφή ομολόγων και απαιτήσεων εκ μέρους των κυπριακών τραπεζών θα παρέμενε σε ελεγχόμενα επίπεδα. Εάν όμως η Ελλάδα επέστρεφε στο εθνικό της νόμισμα, το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου θα ήταν αδύνατον να διασωθεί – αφού, σε μία τέτοια περίπτωση, οι ζημίες υπολογίζονται πως θα ήταν της τάξης των 19 δις € ή πάνω από το 100% του ΑΕΠ της Κύπρου.

Ολοκληρώνοντας, τα μικρά σχετικά ελλείμματα του προϋπολογισμού της Κύπρου, τα οποία εμφανίσθηκαν μετά το 2008, δεν οφείλονται (ακόμη) στο κόστος διάσωσης των τραπεζών της – αλλά στην πολιτική λιτότητας που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, η οποία είναι ο σημαντικότερος εμπορικός της εταίρος (Πίνακας ΙΙ). Ειδικότερα, η μείωση της ζήτησης στην Ελλάδα είχε σαν συνέπεια τον περιορισμό του ρυθμού ανάπτυξης της Κύπρου – με αποτέλεσμα να αυξηθεί το έλλειμμα του προϋπολογισμού της, η ανεργία κλπ.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Σημαντικότεροι εμπορικοί εταίροι της Κύπρου το 2011

Χώρα
Εξαγωγές
Εισαγωγές



Ελλάδα
26,2%
21,5%
Μ. Βρετανία
10,2%
9,2%
Γερμανία
5,6%
8,1%
Ισραήλ

10,4%
Ιταλία

8,3%
Πηγή: CIA
ΠίνακαςΒ. Βιλιάρδος 

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η κρίση στην πραγματική οικονομία της Κύπρου, οφείλεται αφενός μεν στον περιορισμό της ζήτησης στην Ελλάδα, αφετέρου στο μειωμένο δανεισμό των επιχειρήσεων της από τις τράπεζες – ενώ η ενδεχόμενη χρηματοπιστωτική της καταστροφή θα ήταν το αποτέλεσμα της υπερδιόγκωσης του τραπεζικού της κλάδου, η οποία ήλθε στην επιφάνεια, μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης.

Ο ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η Κύπρος δανείσθηκε 2,5 δις € από τη Ρωσία, με επιτόκιο 4,5% - έτσι ώστε να αντιμετωπίσει ουσιαστικά τα προβλήματα των τραπεζών της. Κατά τους πλέον συντηρητικούς υπολογισμούς και με την προϋπόθεση ότι, δεν θα συμβεί το «μοιραίο» στην Ελλάδα (κάτι που είναι περισσότερο επικίνδυνο από ποτέ, με φόντο το 2013, κατά την άποψη μας), απαιτούνται τουλάχιστον τα τετραπλάσια, σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Αν και η Κύπρος θα μπορούσε αναμφίβολα να δανεισθεί περαιτέρω ένα τέτοιο ποσόν από τη Ρωσία, η Ευρώπη είναι αντίθετη – επειδή θέλει να εμποδίσει την αύξηση της επιρροής της Ρωσίας στο νησί. Ειδικότερα, η Κύπρος είναι παραδοσιακά φιλικά προσκείμενη προς τη Ρωσία, έχοντας όχι μόνο «πολιτιστικούς δεσμούς» αλλά και οικονομικούς - αφού είναι το χρηματοπιστωτικό κέντρο πολλών ρωσικών επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ιδρύσει εκεί υπεράκτιες εταιρείες (offshore).

Παράλληλα, λόγω των πολύ χαμηλών συντελεστών φορολόγησης, σε συνδυασμό με ένα εξαιρετικά φιλελεύθερο επιχειρηματικό πλαίσιο, η χώρα αποτελεί το αγαπημένο κέντρο εγκατάστασης πολλών διεθνών επενδυτών – οι οποίοι «τοποθετούνται» από εκεί στη Ρωσία, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τη χαμηλή φορολόγηση και τη νομική σιγουριά ενός κράτους-μέλους της Ευρωζώνης.

Δεν είναι όμως μόνο οι «νομοταγείς» επενδυτές αυτοί οι οποίοι χρησιμοποιούν την Κύπρο ως κέντρο των δραστηριοτήτων τους στη ρωσική αγορά – αφού την ίδια στιγμή είναι ο τόπος εγκατάστασης «παράνομων ομάδων» οι οποίες, μέσω των υπεράκτιων εταιριών που διαθέτουν στο νησί, έχουν τη δυνατότητα ξεπλύματος μαύρου χρήματος κοκ.

Για όλες τις παραπάνω αιτίες, η Κύπρος είναι πολύ συνδεδεμένη με τη Ρωσία – ενώ μένουν εκεί περί τους 40.000 Ρώσους (το 5% του συνολικού πληθυσμού), διατίθενται ρωσικές εφημερίδες, λειτουργούν ρωσικά σχολεία, ραδιοφωνικοί σταθμοί, καταστήματα ένδυσης, εστιατόρια στα οποία ομιλούνται ρωσικά κλπ. Εκτός αυτού, περίπου το 25% των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες προέρχεται από τη Ρωσία - ενώ, παρά το ότι η Κύπρος την ζημιώνει περί το 1 δις € ετησίως (διαφυγόντα φορολογικά έσοδα από το ρωσικό δημόσιο), παραμένει συμπαθής, λόγω της σημαντικότατης γεωπολιτικής θέσης της.     

Αναλυτικότερα, επειδή στη Συρία, στο μοναδικό δηλαδή λιμάνι του ρωσικού πολεμικού ναυτικού στη Μεσόγειο, η κατάσταση είναι εντελώς αβέβαιη και εκρηκτική, η ενδεχόμενη «προσάρτηση» της Κύπρου ως συμμάχου θα ήταν, από γεωπολιτικής πλευράς, αποφασιστικής σημασίας για τη Ρωσία – αφού θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μεσοπρόθεσμα ένα κυπριακό λιμάνι για το πολεμικό ναυτικό της.

Παράλληλα, τα δικαιώματα εξόρυξης φυσικού αερίου, μεγάλες ποσότητες του οποίου φαίνεται πως έχουν ανακαλυφθεί στο θαλάσσιο υπέδαφος της Κύπρου, ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τις μεγάλες ενεργειακές εταιρείες της Ρωσίας – όπως επίσης τις ευρωπαϊκές, τις αμερικανικές και τις κινεζικές.

Επειδή λοιπόν η Κύπρος αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως έναν δυνητικό στρατηγικό εταίρο, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά ενδιαφέροντα (συμφέροντα), η Κομισιόν προσπάθησε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, να την υποχρεώσει να υπαχθεί στο μηχανισμό στήριξης – αρχικά με τη βοήθεια της ανάγκης ανακεφαλαιοποίησης της Κυπριακής Λαϊκής Τράπεζας, ύψους 1,8 δις €. Φυσικά τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να εξασφαλισθούν από τη Ρωσία, δια μέσου μίας διακρατικής συμφωνίας δανεισμού – γεγονός που γνωρίζει πολύ καλά η Ευρώπη.

Εν τούτοις, η ΕΕ είχε ένα δεύτερο, πολύ πιο δυνατό και «σκληρό» χαρτί στα χέρια της, έτσι ώστε να αναγκάσει την Κύπρο να συνθηκολογήσει. Στα πλαίσια αυτά, κάνοντας χρήση δηλαδή του δεύτερου χαρτιού της, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι, λόγω της υποτίμησης των ομολόγων του κυπριακού δημοσίου εκ μέρους της Fitchδεν θα τα έκανε πλέον αποδεκτά ως εγγύηση στο Ευρωσύστημα - μία απόφαση, η οποία είναι επιτρεπτή από τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της ΕΚΤ.

Όμως, δεν εφαρμόσθηκε κάτι ανάλογο, σε σχέση με τις υπόλοιπες προβληματικές χώρες της Ευρωζώνης, εκ μέρους της ΕΚΤ – αφού ακόμη και τα ομόλογα του Ελληνικού δημοσίου ήταν αποδεκτά ως εγγύηση. Επομένως, εάν φυσικά είναι σωστές οι πηγές και η πληροφόρηση μας, επρόκειτο για μία εμφανώς «εχθρική ενέργεια», η οποία είχε διαφορετικό σκοπό, από αυτόν που τυπικά ανακοινώθηκε.  

Ειδικότερα, με τον τρόπο αυτό η ΕΚΤ απομόνωσε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κύπρου, από έναν ενδεχόμενο διεθνή δανεισμό – φυσικά δε από το δανεισμό της εκ μέρους της Ρωσίας, η οποία θα ήταν πολύ δύσκολο να αναλάβει πλέον τη διάσωση ενός διογκωμένου τραπεζικού συστήματος, με συνολικό ισολογισμό της τάξης των 152 δις €.

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

Το κυπριακό φορολογικό σύστημα είναι σε τέτοιο βαθμό φιλελεύθερο, ώστε δεν μπορεί κανείς να το «απελευθερώσει» περισσότερο, μέσω ενδεχόμενων διαρθρωτικών αλλαγών – παρά το ότι (θεωρητικά) κυβερνάται από ένα σοσιαλιστικό κόμμα και έναν πρόεδρο, ο οποίος αυτοαποκαλείται «το κόκκινο πρόβατο» της Ευρώπης (σοσιαλισμός και «νόμιμη φοροδιαφυγή», είναι μάλλον ασύμβατες μεταξύ τους έννοιες). Ακόμη περισσότερο, τόσο το φορολογικό, όσο και το νομικό σύστημα της Κύπρου, λέγεται πως δεν έχει να ζηλέψει τίποτα, ακόμη και από τα πλέον νεοφιλελεύθερα καθεστώτα. 

Περαιτέρω, οι δύο σημαντικότεροι πυλώνες της κυπριακής οικονομίας είναι ο τουρισμός και η χρηματοπιστωτική βιομηχανία – με την τελευταία να στηρίζεται κυρίως στο χαμηλό συντελεστή φορολόγησης των κερδών (10%) ο οποίος, σε συνδυασμό με άλλες μεθόδους αποφυγής της φορολογίας, είναι παγκοσμίως ασυναγώνιστος.

Εάν τώρα η Κύπρος αύξανε το συντελεστή φορολόγησης, τότε το δημόσιο της δεν θα εισέπραττε λιγότερα χρήματα, αλλά ενδεχομένως σχεδόν καθόλου. Τα «μοντέλα εξοικονόμησης φόρων», με τα οποία προσελκύονται επιχειρήσεις και επενδυτές από όλο τον πλανήτη, στηρίζονται κυρίως στο συγκεκριμένο συντελεστή – με αποτέλεσμα, η οποιαδήποτε αλλαγή του (κάτι ανάλογο ισχύει και στην Ιρλανδία), να κατάστρεφε εντελώς την οικονομία της χώρας.

Επομένως, εάν η Ευρώπη απαιτούσε, με αντάλλαγμα τη «διάσωση» της Κύπρου, την αύξηση του συντελεστή, η κατάρρευση του νησιού θα ήταν δεδομένη – παράλληλα φυσικά με την καταβαράθρωση του σχετικά υψηλού βιοτικού επιπέδου των κατοίκων του.

Από την άλλη πλευρά, το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων του στενού δημοσίου τομέα της χώρας οι οποίοι, όπως και στην Ελλάδα, ενοχοποιούνται για τη «χρεοκοπία» της πατρίδας τους (υψηλό κόστος κλπ.) είναι της τάξης των 52.000 – έναντι 414.100 συνολικά εργαζομένων.

Αποτελούν δηλαδή το 12,5% του συνόλου, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα είναι περίπου 14,6%. Επομένως, δεν πρόκειται για ένα υπερβολικά διογκωμένο δημόσιο, όσο και αν επιχειρείται να εμφανιστεί ως τέτοιο, από τους συνδίκους των δανειστών της Κύπρου (Τρόικα).

Ολοκληρώνοντας, οι ενοποιημένοι λογαριασμοί της κεντρικής κυβέρνησης (προϋπολογισμός) και των υπό διαχείριση ταμείων της Κύπρου (σε χρηματική βάση το 2011) απεικονίζονται στον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Ενοποιημένοι λογαριασμοί σε χιλιάδες ευρώ, το 2011

Λογαριασμός
Ποσόν
Ποσοστό επί του ΑΕΠ



Δημόσια έσοδα και χορηγίες
6.589.531
37,10%
Δημόσιες Δαπάνες
7.674.110
43,21%
Δημοσιονομικό Έλλειμμα
-1.084.579
-6,01%
Πρωτογενές Ισοζύγιο
-549.260




Μισθοί και ημερομίσθια (δαπάνες)
1.947.811
10,97%
Συντάξεις και φιλοδωρήματα
549.345
3,09%
Πληρωμές ταμείων κοινωνικών ασφαλίσεων
1.367.881
7,79%
ΠηγήΥπουργείο Οικονομικών Κύπρου
ΠίνακαςΒ. Βιλιάρδος
Σημείωση: Τα συνολικά έσοδα της Κύπρου το 2011 καταγράφονται από τη Eurostat στο 39,8% του ΑΕΠ της (40,9% της Ελλάδας, 35,1% της Ισπανίας, 35,3% της Ιρλανδίας), ενώ οι συνολικές δαπάνες στο 46,1% του ΑΕΠ της (50,1% της Ελλάδας, 43,6% της Ισπανίας και 48,1% της Ιρλανδίας).    

Από τον Πίνακα ΙΙΙ συμπεραίνουμε ότι, εφόσον βέβαια ο αριθμός των ΔΥ που πληρώνονται από το δημόσιο είναι πράγματι 52.000,ο μέσος καθαρός μισθός είναι εξαιρετικά υψηλός – της τάξης των 3.120 € (37.442 ετησίως), όπως ακριβώς και στην Ελλάδα, πριν από την εισβολή του ΔΝΤ. Επομένως, μία ενδεχόμενη μείωση του κατά 1.000 € μηνιαία (στα 2.100 € καθαρά, μείωση 35%), θα εξοικονομούσε περί τα 600 εκ. € καθαρά ή περί το 1 δις € μικτά – οπότε θα μηδενιζόταν εντελώς το έλλειμμα της Κύπρου.  

Εν τούτοις, το πρόβλημα της Κύπρου δεν είναι το έλλειμμα – ο μηδενισμός του οποίου θεωρείται κάτι περισσότερο από εφικτός, είτε μέσω της μείωσης των δαπανών, είτε μέσω της αύξησης των εσόδων. Επίσης δεν είναι το δημόσιο χρέος, αφού πρόκειται για ένα από τα χαμηλότερα της Ευρώπης – όπως κάποτε της Ιρλανδίας και της Ισλανδίας.

Το μεγάλο πρόβλημα του νησιού είναι το υπερβολικά διογκωμένο και εξαιρετικά επικίνδυνο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο πρέπει με κάθε θυσία να περιορισθεί «εξυγιαινόμενο» – ενώ χρησιμοποιείται «εκβιαστικά» από την Κομισιόν, με στόχο την πλήρη υποταγή της Κύπρου στη «Γερμανική Κοινοπολιτεία».

Δυστυχώς για την Κύπρο, ο μηδενισμός του ελλείμματος, ακόμη και η επίτευξη μεγάλων πλεονασμάτων, είναι αδύνατον ποτέ να αντισταθμίσει τους κινδύνους του τραπεζικού της συστήματος – αφού το μέγεθος του υπερβαίνει πάνω από οκτώ φορές το ΑΕΠ της. Επομένως, η όποια πολιτική λιτότητας αποφασισθεί και εφαρμοσθεί, απλά θα επιδεινώσει περαιτέρω τα προβλήματα της, αντί να τα επιλύσει – ενώ αποκλειστικά και μόνο η εισβολή του ΔΝΤ και της Γερμανίας, ίσως αποδειχθεί μοιραία για το νησί.

Ειδικότερα, μία τέτοια εισβολή θα εκφοβίσει πιθανότατα τους επενδυτές και λοιπούς «καταθέτες», από τους οποίους ουσιαστικά ζει η Κύπρος – με αποτέλεσμα να την εγκαταλείψουν ξαφνικά και μαζικά, αναζητώντας σε άλλα κράτη το κέντρο εγκατάστασης των δραστηριοτήτων τους.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο υπουργός οικονομικών του νησιού ήταν στέλεχος της Τράπεζας Κύπρου από το 1985, μέχρι το 2010 διεύθυνε το διοικητικό της συμβούλιο, ταυτόχρονα δε ήταν πρόεδρος της ένωσης τραπεζιτών της Κύπρου. Είναι μάλλον δύσκολο λοιπόν να απαιτήσει σήμερα, ως υπουργός οικονομικών, τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας του από την Ευρώπη, όταν ο ίδιος συνέβαλλε τα μέγιστα στην υπερδιόγκωση του – η οποία πιθανότατα θα κοστίσει στην πατρίδα του την εθνική της ανεξαρτησία, τη λεηλασία του ιδιωτικού και δημόσιου πλούτου της κοκ. (η τράπεζα Κύπρου χρειάστηκε 500 εκ. € από το δημόσιο για να μην χρεοκοπήσει – ενώ η Λαϊκή 1,8 δις €).

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, εάν οι πολίτες της Κύπρου υποχρεωθούν να αναλάβουν τα χρέη των τραπεζών τους (όπως οι Ιρλανδοί στο παρελθόν και οι Ισπανοί σύντομα), το μέλλον τους διαγράφεται εξαιρετικά σκοτεινό – σε πλήρη αντίθεση με την Ελλάδα, στην οποία απλά απαιτείται μία ικανή, επαρκής και θαρραλέα κυβέρνηση, για να ξεφύγει εντελώς από την οικονομική κρίση (υπενθυμίζουμε πως στην Οικονομία το πρόβλημα του δημοσίου χρέους είναι κατά πολύ πιο εύκολο στην επίλυση του, σε σχέση με το ιδιωτικό χρέος).   

Κατά την άποψη μας λοιπόν (μετά τη συγκεκριμενοποίηση των προβλημάτων των τραπεζών και εφόσον το ύψος των κεφαλαίων που απαιτούνται για την ολοκληρωτική διάσωση τους είναι μεγαλύτερο του 50% του ΑΕΠ της χώρας), η μοναδική λύση της Κύπρου είναι να «επιτρέψει» άμεσα στις όποιες υπερχρεωμένες τράπεζες της να χρεοκοπήσουν. Στη συνέχεια βέβαια να τις κρατικοποιήσει – κατά το παράδειγμα της Ισλανδίας, όπου όμως δεν μπορούμε να «μετρήσουμε» τους «γεωπολιτικούς κινδύνους», αφού η Κύπρος ευρίσκεται, δυστυχώς ή ευτυχώς, σε μία εντελώς διαφορετική γεωγραφική θέση.    

Ολοκληρώνοντας, από την «εγκληματική» αντιμετώπιση της μικρής, πολύπαθης αυτής χώρας της Μεσογείου, φαίνεται δυστυχώς το σκοτεινό πρόσωπο της ηγεσίας της Ευρωζώνης, καθώς επίσης αυτών που την κατευθύνουν από το παρασκήνιο – ένα πρόσωπο που, μέχρι στιγμής, δεν έχουν συνειδητοποιήσει οι ελεύθεροι πολίτες της Ευρώπης.

Αθήνα, 21. Οκτωβρίου 2012
Facebook   Twitter    e-shop
                                          
    Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.