Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2019

Τουρκική «καλή θέληση»: Αττίλας αστακός, σε επιθετική διάταξη

Γράφει ο Γιάννος Χαραλαμπίδης
Πώς οι Κυβερνήσεις διέλυσαν το Δόγμα, ξήλωσαν την ΕΦ, έβαλαν στο ράφι τα νομικά και πολιτικά εργαλεία της ΕΕ και πώς το Κυπριακό οδηγείται είτε σε τουρκική λύση είτε σε αδιέξοδο
Ενώ γίνεται λόγος για τριμερή στη Νέα Υόρκη και για άτυπη ή τυπική Πενταμερή, για αποχώρηση των στρατευμάτων και κατάργηση των εγγυήσεων, καθώς και για καλή ή όχι τουρκική θέληση, ο Αττίλας είναι στην Κύπρο αστακός. Και σε επιθετική διάταξη. Χωρίς, μάλιστα, να υπάρχουν ενδείξεις και πρόθεση αποχώρησής του για στρατηγικούς λόγους, καθώς και κουλτούρας, που σχετίζονται με την εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Τουρκία. Κατά τη συνάντησή του με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη την περασμένη Παρασκευή, ο κατοχικός Μουσταφά Ακιντζί ήταν σαφής επί του θέματος. Καμιά αλλαγή στάσης, ούτε στο θέμα της πλήρους αποχώρησης ούτε σε εκείνο των εγγυήσεων. 
Πηγές από ξένους διπλωμάτες αναφέρουν ότι «η Άγκυρα είναι δύσκολο να δεχθεί την πλήρη αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων. Οι τουρκικοί σχεδιασμοί δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Είναι θέμα κουλτούρας και εσωτερικής πολιτικής σκηνής, καθώς και στόχων. Αυτά προκύπτουν από τις επαφές των εμπλεκομένων στο Κυπριακό με την τουρκική Κυβέρνηση, αλλά και με την αντιπολίτευση». Τις προάλλες, άλλωστε, ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ δήλωσε από τα κατεχόμενα τα εξής: «Κανένας να μην προσπαθήσει να δοκιμάσει την ισχύ μας, γιατί το τίμημα θα είναι μεγάλο».
Πώς έχουν μπει στο ράφι τα εργαλεία της ΕΕ
Από την ταξική στη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση του Κυπριακού
Ο πανίσχυρος Αττίλας
Η Τουρκία στηρίζει τη δράση της σε δυο αντίστροφες καταστάσεις. Η μία είναι η δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει η Εθνική Φρουρά και τα οπλικά της συστήματα παρά την αγορά από τη Σερβία πυροβολαρχιών αυτοκινούμενων πυροβόλων 155 χιλιοστών. Η άλλη είναι η πλήρης τουρκική υπεροχή, που δίνει το πλεονέκτημα στην Άγκυρα να επιβάλλεται διά της σκιάς της ισχύος της. Οι Τούρκοι είναι οργανωμένοι σε μείζονα σχηματισμό επιπέδου Σώματος Στρατού («Διοίκηση Τουρκικών Ειρηνευτικών Δυνάμεων στην Κύπρο» (Kıbrıs Türk Barış Kuvvetleri Komutanlığı: KTBK). Ως εκ τούτου διαθέτουν:
Α. 2 Μηχανοκίνητες Μεραρχίες πεζικού (28η και 39η)
Β. 1 Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία (14η)
Γ. 1 Mηχανοκίνητο Σύνταγμα (ΤΟΥΡΔΥΚ Kıbrıs Türk Kuvvetleri Alayı: KTKA))
Δ. 1 Σύνταγμα Καταδρομών
Ε. 1 Σύνταγμα Πυροβολικού
ΣΤ. 1 Ναυτική Διοίκηση. Σε αυτές τις δυνάμεις προστίθενται οι λεγόμενες Δυνάμεις Ασφαλείας του ψευδοκράτους («Διοίκηση Δυνάμεων Ασφαλείας»,Güvenlik Kuvvetleri Komutanlığı: GKK). Η Δύναμη αυτή είναι συγκροτημένη σε σχηματισμό επιπέδου Μεραρχίας από το 1976 και στελεχώνεται από Τουρκοκυπρίους. Περιλαμβάνει 4 Συντάγματα Πεζικού (2 ενεργά και 2 επιστρατευμένα), καθώς και τα «Σώματα Ασφαλείας» του ψευδοκράτους. Η Μεραρχία διοικείται από Τούρκο ανώτατο αξιωματικό με βαθμό Ταξιάρχου, ενώ καθήκοντα υποδιοικητή ασκεί ομοιόβαθμος Τουρκοκύπριος.
Η Τουρκία διαθέτει παρανόμως στην Κύπρο: Α) 287 άρματα μάχης Μ48Α5 Τ2 και 41 Leopard 2A4.
Β) 640 ερπυστριοφόρα τεθωρακισμένα μεταφοράς προσωπικού και μάχης M113 και NUROL.
Δ) Πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων και δη 155 χιλιοστών (Αναλυτικότερα στο πυροβολικό ο Αττίλας διαθέτει
72 αυτοκινούμενα πυροβόλα M-110A2, M44T, M52T 
16, πολλαπλούς εκτοξευτές ρουκετών T-122 Sakarya και 
96 ρυμουλκούμενα πυροβόλα M115, M59, M114A2 και M101A1.
Ακόμη έχει στη δύναμή του 400 αντιαρματικά διαφόρων τύπων, 600 όλμους και 513 αντιαεροπορικά πυροβόλα).
Τα τουρκικά τεθωρακισμένα βρίσκονται από 2 έως 16 χλμ από τη γραμμή αντιπαράταξης και το πυροβολικό από 3 έως 18 χλμ. Η ακτίνα δράσης των πυροβόλων από τις θέσεις μάχης φθάνει μέχρι τα 40 χλμ και μπορεί να κτυπήσει ζωτικές περιοχές των ελευθέρων εδαφών (στρατηγικούς στόχους). Την ίδια στιγμή η Άγκυρα διαθέτει πλήρη κυριαρχία στη θάλασσα και στον αέρα λόγω της απουσίας ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων. Υπό αυτές τις συνθήκες πώς να διεξαχθούν συνομιλίες για βιώσιμη λύση;


turkish forces (1).jpgΟ χάρτης αποτυπώνει τα χωριά και τις πόλεις όπου σταθμεύουν οι δυνάμεις του Αττίλα, έχοντας σαφή επιθετική διάταξη. Στην επίλυση συγκρούσεων, τα ανισοζύγια δυνάμεων αποτυπώνονται επί των συνταγματικών διατάξεων. Χωρίς επαρκείς ένοπλες δυνάμεις και συμμαχίες είτε θα οδηγηθούμε σε νέα αδιέξοδα, είτε σε λύση τουρκικών προδιαγραφών. Αυτό διδάσκει ο κλασικός ρεαλισμός από το Θουκυδίδη ώς σήμερα.
Αποδυνάμωση ΕΦ και ο ρόλος της ΕΕ
Η αποξήλωση και το πάγωμα κονδυλίων στην Εθνική Φρουρά άρχισε από την Προεδρία του Τ. Παπαδόπουλου και συνεχίστηκε επί Δ. Χριστόφια, καθώς και επί Ν. Αναστασιάδη. Επικράτησε το πολιτικό δόγμα ότι ουδέν δυνάμεθα να πράξουμε και ότι το Κυπριακό είναι λυμένο καθώς και ότι, με την ένταξη στην ΕΕ η Τουρκία ουδέν θα έπραττε, διότι θα την είχαμε δεμένη στην ενταξιακή της πορεία. Αυτή η πολιτική, δεν υπολόγισε επαρκώς ότι:
Πρώτο, οι Ευρωπαίοι εταίροι δεν ήθελαν ποτέ την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Αυτό είναι πρόδηλο στο άρθρο 23 των συμπερασμάτων του Δεκεμβρίου του 2004, όταν δινόταν το πράσινο φως για την έναρξη των τουρκικών ενταξιακών διαδικασιών. Το εν λόγω άρθρο τονίζει ότι οι διαδικασίες είναι ανοικτές ως προς το αποτέλεσμα, δηλαδή ως προς την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ ή όχι. Εάν, προστίθεται, δεν υπάρχει θετική κατάληξη στην ενταξιακή διαδικασία, θα πρέπει να εξευρεθεί τρόπος να αγκιστρωθεί η Άγκυρα στην ΕΕ, με ειδική, προφανώς, σχέση.
Δεύτερο, η Τουρκία ανέκαθεν έβλεπε την ένταξή της στην ΕΕ με τον δικό της τρόπο, χωρίς δηλαδή πλήρη εκδημοκρατικοποίηση, διότι κάτι τέτοιο θα απειλούσε τη δική της συνοχή. Ενώ η βασική μεταβλητή συνοχής της ΕΕ είναι η περισσότερη δημοκρατία, στην Τουρκία συμβαίνει το αντίθετο.
Τρίτο, η ΕΕ δεν έχει δικό της στρατό ούτε μπορεί να εδρεύει σε κράτη μέλη με δική της δύναμη εάν συγκροτηθεί για συγκεκριμένο σκοπό στη λογική της soft power. Η ΕΕ θα ήταν δυνατό να στηρίξει την Κύπρο μόνο επί τη βάσει του άρθρου 42 παράγραφος 7 των Συνθηκών. Όταν δηλαδή το κράτος μέλος προβάλλει ενώπιον του Συμβουλίου των Υπουργών και των Αρχηγών Κρατών ότι έχει δεχθεί επίθεση από τρίτο κράτος. Ερώτημα: Η Τουρκία δεν εισέβαλε στην Κύπρο και δεν τελούμε κάτω από διαρκή επίθεση; Ο ίδιος ο Πρόεδρος δεν είπε δημόσια ότι έγινε εισβολή στην κυπριακή ΑΟΖ; Δεν ισχυριζόμαστε ότι, μια τέτοια απόφαση μπορεί να ληφθεί σε μια νύχτα; Επί μακρόν βλέπαμε τον τουρκικό στόλο να ενισχύεται και τονίζαμε ότι θα έπλεε προς την κυπριακή ΑΟΖ και ότι θα έπρεπε να γίνει σαφές προς την ΕΕ ότι θα ζητούσαμε την ενεργοποίηση του άρθρου 42 παράγραφος 7. Δυστυχώς, δεν οικοδομήθηκε εντός της ΕΕ μια τέτοια πολιτική υπό την έννοια ότι θα έπρεπε να κατευναστεί η Τουρκία.
Ο εξευμενισμός και οι αποτυχημένες προσεγγίσεις
Γενικότερα, η Κύπρος και η Ελλάδα αντί να χρησιμοποιούν την τουρκική ενταξιακή πορεία για να εισπράττουν ανταλλάγματα στο Κυπριακό, την διευκόλυναν, υπό τον φόβο ότι, εάν προκληθεί κόστος στην άλλη πλευρά, δεν θα συμμετάσχει σε συνομιλίες ή δεν θα γίνει πιο διαλλακτική. Τελικώς, η ελληνοκυπριακή πλευρά έδινε δώρα χωρίς αντίδωρα. Και όταν η Άγκυρα είχε να προτιμήσει μεταξύ των ωφελημάτων από την ΕΕ και της δικής της συνοχής προτίμησε το δεύτερο, εξουδετερώνοντας τον μοχλό πίεσης της τουρκικής ενταξιακής διαδικασίας. Συνεπώς, είχαμε κακές εκτιμήσεις και διπλή λογική εξευμενισμού: Ο πρώτος ήταν ο διπλωματικός. Διευκόλυναν οι κυπριακές Κυβερνήσεις την Άγκυρα στην ΕΕ με την προσδοκία ότι θα ήταν διαλλακτικότερη στο Κυπριακό. Άνθρακας ο θησαυρός. Η δεύτερη αφορά στη στρατιωτική. Σαφής ηθελημένη άγνοια των κανόνων λειτουργίας των διεθνών σχέσεων και της επίλυσης των συγκρούσεων. Ενώ οι συγκρούσεις όπως και η αποτροπή τους καθώς και των απειλών και των κρίσεών τους στηρίζεται στην ισχύ ενός εκάστου, στα ισοζύγια και στα ανισοζύγια δυνάμεων, στην Κύπρο αποφασίστηκε και από την Αριστερά και από τη Δεξιά το εξής:
  1. Η Αριστερά ισχυρίζεται ότι το Κυπριακό είναι πρόβλημα ταξικό και ότι εάν οι αριστεροί ενωθούν και από τις δυο πλευρές, θα επέλθει λύση. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε επί διακυβέρνησης Χριστόφια και Ταλάτ.
  2. Η νεοφιλελεύθερη δεξιά κυρίως της ηγεσίας του ΔΗΣΥ αλλά και μέρος του ΔΗΚΟ πίστευαν ότι με το χρήμα και το εμπόριο, καθώς και με το αμοιβαίο όφελος, θα διαβρωθούν οι εθνικές ταυτότητες και τα συμφέροντα και θα αντικατασταθούν από την αξία του χρήματος.
Και η προσέγγιση του ΑΚΕΛ και αυτή του ΔΗΣΥ, όπως κι αυτή του ΔΗΚΟ έχουν αποτύχει παταγωδώς, διότι δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη την κύρια μεταβλητή επίλυσης των διαφορών, δηλαδή αυτήν της ισχύος. Για να γίνει αντιληπτό το επιχείρημά μας: Οι ΗΠΑ είναι μια νεοφιλελεύθερη χώρα που ρυθμίζει την παγκόσμια οικονομία. Εάν, όμως, αύριο το πρωί διαλύσει το στρατό της, τι θα συμβεί; Ο πλούτος της θα είναι πρόκληση για τις υπόλοιπες δυνάμεις, που θα της πουν το εξής: Ή θα τον παραδόσεις με το καλό, είτε θα χρησιμοποιήσουμε όπλα. Χωρίς τη στρατιωτική τους ισχύ οι ΗΠΑ δεν μπορούν να είναι υπερδύναμη, ούτε καν μπορούν να έχουν επαρκή ασφάλεια. Θα είναι προτεκτοράτα άλλων. Συναφές είναι το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης. Όσο είχε στρατιωτική ισχύ ήταν σε συνοχή και αποτελούσε ένα άλλο οικονομικό μοντέλο, αυτό του ταξικού αγώνα του ΑΚΕΛ, που έφερνε σε δεύτερη μοίρα τις εθνικές ταυτότητες και στηριζόταν στη δικτατορία του προλεταριάτου. Όταν έχασε την κούρσα των εξοπλισμών και όταν το οικονομικό μοντέλο του υπαρκτού σοσιαλισμού εξελίχθηκε σε δικτατορία της νομενκλατούρας, επήλθε ή αύξηση του εθνικισμού, η αξίωση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης και η διάλυση του κομμουνισμού και της Σοβιετικής Ένωσης.
Οι δε χώρες της, ακόμη και αυτή η Ρωσία, τέθηκαν αρχικά υπό την επίδραση των ΗΠΑ για κάποιο χρονικό διάστημα, μέχρι την άνοδο στην εξουσία του Πούτιν, ο οποίος ανέστησε τις ένοπλες δυνάμεις και την οικονομία μέσω του φυσικού αερίου, το οποίο επί Γιέλτσιν παρ’ ολίγον να κλέψουν οι Αμερικανοί…
Η διάλυση του Δόγματος
Ακόμη και αν έχει αντιληφθεί η ηγεσία μας τη σημασία της ισχύος, την έχει εφαρμόσει ανορθόδοξα. Από την ανάποδη. Εξ ου και το γεγονός ότι οδηγήθηκε στον εξευμενισμό και στην ομοσπονδιακή ουτοπία, η οποία για να γίνει ρεαλισμός πρέπει να γίνουν δεκτές οι τουρκικές θέσεις. Ποια είναι η αποτυχημένη συνταγή των Αθηνών και της Λευκωσίας; Επικεντρώθηκε στην εξής λογική: Εφόσον τα ισοζύγια δυνάμεων στην Κύπρο είναι υπέρ της Άγκυρας, είναι πεταμένα τα χρήματα που διατίθενται για την άμυνα και την αλλαγή των ισοζυγίων δυνάμεων, καθώς και για τη δημιουργία αξιόπιστης αποτροπής. Και συμβαίνει αυτό παρότι ρητορικά ακούμε για την αποτρεπτική μας δήθεν ικανότητα και για συμμαχίες με τους γείτονές μας όπως είναι το Ισραήλ και η Αίγυπτος. Πώς, όμως, να σε πάρουν στα σοβαρά οι γείτονές σου όταν γνωρίζουν ότι δεν διαθέτεις και δεν θέλεις ένοπλες δυνάμεις, που να είναι αποτρεπτικές και αξιόπιστες; Πώς να σε πάρουν στα σοβαρά όταν εσύ από μόνος σου διέλυσες το Δόγμα; Εάν το Δόγμα ήταν εν ζωή θα έπρεπε:
  1. Να είχε τελειώσει ο ναύσταθμος στο Ζύγι και θα έπρεπε να στάθμευαν ελληνικά πολεμικά πλοία ενώ ταυτοχρόνως θα έπρεπε να σταθμεύουν και ελληνικά πολεμικά ή θα έπρεπε να είχαμε δώσει από τα 8 δις ευρώ που πλήρωσε ο φορολογούμενος πολίτης, το 1 δις ευρώ για ένα σμήνος δικών μας αεροσκαφών.
  2. Να διενεργούνταν ασκήσεις με την Ελλάδα αεροναυτικές για να καλύπτεται ολόκληρος ο γεωστρατηγικός χώρος και όχι να είναι τσιφλίκι της Τουρκίας.
Σύμμαχοι και προτάσεις…
Πολλοί μάλιστα διερωτώνται, καλά, γιατί δεν επεμβαίνουν οι σύμμαχοί μας, οι Ισραηλινοί, ακόμη και οι Αμερικανοί να μας σώσουν από την Άγκυρα; Ας είμαστε ορθολογιστές: Αυτοί δίνουν δις ευρώ και δολάρια για την άμυνά τους. Συνεπώς, γιατί να πληρώνουν αυτοί προκειμένου να έχουν αεροπορία ή ναυτικό, το οποίο να θέλουμε για την υπεράσπιση της Κύπρου, τη στιγμή που εμείς αρνούμαστε να έχουμε αξιόπιστες ένοπλες δυνάμεις; Ερώτημα: Εμείς, θα στέλναμε στρατό στο Ισραήλ να πολεμήσει σε βάρος των Παλαιστινίων; Όταν το Ισραήλ κλιμακώνει τους διπλωματικούς τόνους με την Άγκυρα, εμείς τι κάνουμε; Σιωπούμε ή όχι; Εάν τα τουρκικά πλοία έμπαινα στα οικόπεδα του Ισραήλ θα στέλναμε βοήθεια ή θα λουφάζαμε; Ας αναρωτηθούμε και κάτι άλλο συναφές: Γιατί τα τουρκικά πλοία δεν ενοχλούν τα οικόπεδα του Ισραήλ; Διότι γνωρίζουν ότι το Ισραήλ δεν αστειεύεται. Έχει ισχύ και δη αποτρεπτική. Και επί τη βάσει αυτής της ισχύος είναι που επεμβαίνουν οι Αμερικανοί και λένε στους Τούρκους «καθίστε ήσυχα, αυτοί δεν μασούν»! Εμείς υιοθετήσαμε το μοντέλο του εξευμενισμού που αποθρασύνει τους Τούρκους. Εγκαταλείψαμε το Δόγμα και την αποτροπή. Άστε, που από τη μια φωνάζουμε φονιάδες των λαών Αμερικάνοι και από την άλλη κατηγορούμε τους φονιάδες γιατί δεν μας προστατεύουν. Και πότε συμβαίνει αυτό; Όταν οι ΗΠΑ αίρουν το εμπάργκο πώλησαν όπλων και όταν στηρίζουν τη κατασκευή του EastMed και όταν οι Ρώσοι παίζουν με τους Τούρκους ενισχύοντάς τους με τους S-400. Δεν ισχυριζόμαστε ότι θα πρέπει να φάμε τα μουστάκια μας με τη Μόσχα, αλλά να δούμε το δικό μας εθνικό συμφέρον. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εμβάθυνση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και οι δεσμοί με το ΝΑΤΟ θα πρέπει να γίνουν με κατεβασμένα τα παντελόνια. Το αντίθετο, θα πρέπει να γίνουν με αξιοπρέπεια για να γίνουμε σεβαστοί.
Εάν δεν επενδύσουμε στην άμυνα, κανείς τρίτος δεν θα πληρώσει, ούτε θα μας σώσει εάν εμείς δεν θέλουμε να σωθούμε. Και καμιά συμμαχία δεν θα είναι αξιόπιστη εάν εμείς δεν έχουμε ένοπλες δυνάμεις, που σημαίνει: 1. Διάθεση πόρων. 2. Εξοπλιστικά προγράμματα. 3. Γεωπολιτική εκμετάλλευση του EastMed και εμπλοκή της ΕΕ και των ΗΠΑ με επενδύσεις. Ο EastMed είναι η εναλλακτική για την Ευρώπη παροχή φυσικού αερίου σε σχέση με τον Turkish Stream. Και οι Αμερικανοί δεν θέλουν την αύξηση της επιρροής της Ρωσίας επί της Ευρώπης για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους.
Η κεφαλή του Ερντογάν…
Αφού λοιπόν το κομματικό κατεστημένο φρόντισε να βάλει στο ράφι τα πλείστα νομικά και πολιτικά εργαλεία που μας πρόσφερε η ΕΕ, όπως η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005 για την υποχρέωση της Τουρκίας να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία και αφού φρόντισε να διαλύσει το Δόγμα και να ξηλώσει την ΕΕ, αφήνοντας τις ελεύθερες περιοχές στο έλεος του Αττίλα, τι ισχυρίζεται σήμερα; Ότι έχουμε μόνο την επιλογή του διαλόγου. Ποιου διαλόγου όμως; Αυτού που τελείται υπό τη σκιά της ισχύος του Αττίλα. Επειδή, λοιπόν, η Κύπρος είναι εγκλωβισμένη στα ανισοζύγια δυνάμεων, η όποια λύση θα είναι τουρκικών προδιαγραφών. Εκτός και αν αλλάξει η κατάσταση. Εάν οικοδομηθεί νέα αποτρεπτική στρατηγική. Με την Κύπρο να μην έχει υποτυπώδη αποτροπή, η Άγκυρα δεν έχει λόγο να υπογράψει λύση, που θα είναι για την ίδια χειρότερη από την υφιστάμενη διχοτόμηση. Ούτε έχει λόγο να αποσύρει πλήρως τον στρατό της από την Κύπρο. Εάν ο Ερντογάν πράξει κάτι τέτοιο, το Κυπριακό θα είναι το Βατερλώ του. Η αντιπολίτευση τον περιμένει στη γωνιά. Και θα τον κατηγορήσει για εσχάτη προδοσία! Χωρίς ισχύ και αλλαγή ισοζυγίων δυνάμεων, δυο πράγματα μπορούν να συμβούν. Ή αδιέξοδο ή τουρκική λύση.

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

Kακόβουλο Παραμύθι ότι οι Ρώσοι θα Εγκαταστήσουν Βάσεις στο Ιράν


Moon of Alabama 8-8-19
Μετάφραση: Μιχαήλ Στυλιανού
Μια κάπως περίεργη είδηση που δημοσιεύθηκε στο Oilprice.com ισχυριζόταν ότι η Ρωσία θα εγκαθιστούσε στρατό, πολεμικά πλοία και μαχητικά αεριωθούμενα στο Ιράν. Η είδηση αναδημοσιεύθηκε από το Yahoo.com και το Zero hedge, παρά το ότι ήταν  εξόφθαλμα παραμύθι.
Με τίτλο : Russia Gains Stranglehold Over Persian Gulf: Η Ρωσία Αποκτά Λαβή Πνιγμού Στον Περσικό Κόλπο, το δημοσίευμα ανέφερε:

«Σε μια δυνητικά καταστροφική κλιμάκωση των εντάσεων στον Περσικό Κόλπο, η Ρωσία σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει τους ιρανικούς λιμένες Μπαντάρ-ε- Μπουσχέρ και Χαμπαχάρ σαν προκεχωρημένες βάσεις για πολεμικά σκάφη και πυρηνικά υποβρύχια, φρουρούμενα από εκατοντάδες οπλίτες των ειδικών δυνάμεων, μεταμφιεσμένους ως «στρατιωτικούς συμβούλους» και μιαν αεροπορική βάση πλησίον του Μπαντάρ-ε-Μπουσχέρ σαν ορμητήριο για 35 μαχητικά αεροπλάνα Σουχόι 35 και Σουχόϊ 57,όπως ανέφεραν (στην ιστοσελίδα) «Oil Price.com» ανώτερες πηγές πλησίον του ιρανικού καθεστώτος. Ο επόμενος γύρος των κοινών στρατιωτικών γυμνασίων στον Ινδικό Ωκεανό και στα Στενά του Ορμούζ θα σημειώσει την απαρχή της επί τόπου (ρωσικής) στρατιωτικής επέκτασης στο Ιράν, δοθέντος ότι στα ρωσικά πολεμικά θα επιτραπεί από το Ιράν να χρησιμοποιήσουν τις εγκαταστάσεις στο Μπαντάρ-ε-Μπουσχέρ και στο Χαμπαχάρ. Αναλόγως της δυνάμεως της εσωτερικής και εξωτερικής αντίδρασης σε αυτή την εξέλιξη, τα πολεμικά και οι ειδικές ρωσικές δυνάμεις μπορούν να μείνουν εκεί και να αυξηθούν αριθμητικά κατά τα προσεχή πενήντα χρόνια.
Από πού να αρχίσουμε;
11)   Ο Περσικός Κόλπος είναι μια λίμνη, με ένα μέσο βάθος μικρότερο των 50 μέτρων. Είναι ένα μέρος που κάποιος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μόνο μικροσκοπικά υποβρύχια-νάνους.
22)   Τα μαχητικά αεροπλάνα Σουχόϊ Su-57 δεν έχουν ακόμη κατασκευαστεί. Αυτά που πετούν τώρα είναι δοκιμαστικά και δεν διαθέτουν ακόμη τους αναγκαίους νέους κινητήρες. Η Ρωσία πρόσφατα παρήγγειλε την πρώτη φουρνιά των Su-57, αλλά οι πρώτες παραδόσεις θα γίνουν το 2022-24. 35 αεροπλάνα αυτού του τύπου μπορεί να είναι διαθέσιμα σε μια δεκαετία περίπου. Και όταν είναι έτοιμα θα προστατεύουν την Μάννα Ρωσία από το ΝΑΤΟ και όχι κάποιες ιρανικές πετρελαιοπηγές.
33)   Οι Σπέτσναζ (και όχι Σπέτναζ) είναι ακριβά εκπαιδευμένες ειδικές δυνάμεις. Δεν εκτελούν καθήκοντα φρουράς βάσεων.
44)   Το Σύνταγμα του Ιράν δεν επιτρέπει την στάθμευση ξένων στρατευμάτων. Το άρθρο 146 είναι ξεκάθαρο σε αυτό:
Η εγκατάσταση οποιασδήποτε ξένης βάσεως στο Ιράν, ακόμη και για ειρηνικούς σκοπούς, απαγορεύεται.

Τον Αύγουστο 2016 οι Ρώσοι και Ιρανοί στρατιωτικοί συμφώνησαν να εγκαταστήσουν στο Χαμαντάν του Ιράν μιαν βάση ανεφοδιασμού για βομβαρδιστικά τύπου Su-22M3, χρησιμοποιούμενα στην Συρία. Λίγες μέρες αφού η ανάπτυξη έγινε γνωστή η συμφωνία παραμερίσθηκε.
Στις 22 Αυγούστου η Τεχεράνη ζήτησε την διακοπή της στρατιωτικής συνεργασίας και εμπόδισε τους Ρώσους να χρησιμοποιούν τις βάσεις. Ένας λόγος για την εκπληκτική αυτή τροπή των εξελίξεων ήταν η πολιτική διένεξη στο Ιράν, όταν ο υπουργός Αμύνης, Στρατηγός Χοσείν Δεγκάν κατηγορήθηκε ότι «ασέβησε προς την Βουλή» και Παραβίασε το Σύνταγμα της χώρας.
5)  Ο «επόμενος γύρος κοινών στρατιωτικών γυμνασίων’ Ιράν και Ρωσίας στον Ινδικό Ωκεανό και στα στενά του Ορμούζ» θα είναι ο ΠΡΩΤΟΣ. Και απαιτήθηκε ειδική συμφωνία. Γι΄αυτό και αποτέλεσε είδηση.
Mόσχα, 5 Αυγούστου Πρακτ.ΤΑΣΣ. Η Τεχεράνη αναμένει να διεξαγάγει εφέτος κοινά ναυτικά γυμνάσια με την Ρωσία και οι προετοιμασίες θα αρχίσουν σύντομα, δήλωσε την Δευτέρα ο διοικητής του Ιρανικού Στόλου, αντιναύαρχος Χοσείν Χανζαντί.
«Νωρίτερα υπογράψαμε μια συμφωνία (για κοινές ασκήσεις) με τις ένοπλες δυνάμεις της Ρωσίας και με την διοίκηση του ρωσικού στόλου. Σύντομα θα αρχίσουν οι προετοιμασίες και ο σχεδιασμός των ασκήσεων, που θα πραγματοποιηθούν εντός του έτους,» ανέφερε το πρακτορείο Φάρς ότι δήλωσε ο ναύαρχος Χανζαντί.
Στα τέλη Ιουλίου ο διοικητής του ιρανικού στόλου πραγματοποίησε επίσκεψη στην Ρωσία. Εδήλωσε στο ιρανικό πρακτορείο ΙΡΝΑ ότι ιρανό-ρωσικά γυμνάσια θα πραγματοποιηθούν σύντομα στο βόρειο τμήμα του Ινδικού Ωκεανού, περιλαμβανομένων των Στενών του Ορμούζ.
Μια «ειδικός των ιρανό-ρωσικών σχέσεων» σχολίασε:  Ariane Tabatabai @ArianeTabatabai - 21:34UTC · Aug 5, 2019:

«Ιρανικά ΜΜΕ αναφέρουν ότι το Ιράν και η Ρωσία υπέγραψαν μια συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας.
Οι λεπτομέρειες της συνεργασίας δεν δημοσιεύτηκαν, αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που μια τέτοια συμφωνία συνάφθηκε μεταξύ των δύο χωρών.
Είναι «η πρώτη φορά που μια τέτοια συμφωνία συνάπτεται μεταξύ των δύο χωρών», μόνο αν κανείς αγνοήσει την Κοινή Συμφωνία Στρατιωτικής Συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Ιράν, που υπογράφτηκε τον Ιανουάριο του 2015, όπως και την άλλη που συνάφθηκε τον Αύγουστο του 2017. Η νέα συμφωνία είναι μόνο η πρώτη κατά το ότι προβλέπει κοινά  στρατιωτικά γυμνάσια.
Φαίνεται πως οι «ειδικοί» που δουλεύουν για Δυτικές «δεξαμενές σκέψης» και κάποιοι αρθρογράφοι με μυστήριες «ανώτερες πηγές πλησίον του ιρανικού καθεστώτος» δεν είναι οι καλύτερα πληροφορημένοι άνθρωποι όταν πρόκειται για το Ιράν.

Κάθε ένα από τα πιο πάνω πέντε σημεία καταδεικνύει ότι η είδηση είναι ανοησία και ότι ο συντάκτης της  δεν έχει ιδέα των στρατιωτικών και στρατηγικών θεμάτων. Δεν είναι περίεργο ότι και το υπόλοιπο του άρθρου στο Oilprice είναι εξ ίσου σκουπίδια όπως και η πρώτη παράγραφός του. Μυστήριες πηγές, που κακολογούν το Ιράν, ελλειμματική γνώση των γεγονότων και υποθετικές ερμηνείες τους δεν κάνουν μιαν αξιόπιστη πληροφόρηση.

Το Ιράν και η Ρωσία είχαν κατά καιρούς δύσκολες σχέσεις. Το 2010, ο τότε πρόεδρος Μετβιέντεβ υπέγραψε τις κυρώσεις κατά του Ιράν που αποφάσισε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με υποκίνηση των ΗΠΑ. Οι σχέσεις Ιράν-Ρωσίας πάγωσαν μετά από αυτό. Τις αναζωογόνησε η εντατική συνεργασία των δύο χωρών κατά τον πόλεμο στην Συρία. Αλλά οι σχέσεις δεν είναι αρκετά στενές ώστε να επιτρέπουν ρωσική βάση στο Ιράν.

Το Ιράν χρειάζεται όπλα και στην Ρωσία αρέσει να τα πουλάει. Περί αυτού πρόκειται. Μπορεί να γίνονται κάποια κοινά γυμνάσια, αλλά αυτά είναι συμβολικά και δεν συνιστούν συμμαχία. Το Ιράν είναι πολύ υπερήφανο για την ανεξαρτησία του και το κοινοβούλιό του δεν θα συμφωνούσε σε συμμαχία, όταν η Ρωσία δεν επιθυμεί να υπερεκτεθεί. Μόνο μια αμερικανική επίθεση στο Ιράν θα άλλαζε αυτή την εικόνα.

Δεν είναι δύσκολο να δεις το θέμα σωστά. Δεν έχεις παρά να σκεφτείς το ερώτημα: Μια ρωσική βάση στον Περσικό Κόλπο;
Για  να κάνει τι;

Ινφογνώμων Πολιτικά

Η Τουρκία ιδρύει βάση πολεμικής αεροπορίας στη Μισράτα της Λιβύης;





















































Ο εμφύλιος πόλεμος που συνεχίζεται εδώ και οκτώ χρόνια στη Λιβύη, τις τελευταίες ημέρες έχει επικεντρωθεί γύρω από την Μισράτα. Πριν τρεις ημέρες, ένα μεταγωγικό αεροσκάφος ουκρανικής εταιρείας τύπου Il-76TD, που μετέφερε όπλα και πυρομαχικά από την Τουρκία, καταστράφηκε από την αεροπορία του στρατάρχη Χαφτάρ μόλις προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της Μισράτα, όπου δυο μέρες πριν είχε βομβαρδιστεί η Ακαδημία της Πολεμικής Αεροπορίας, που λειτουργεί στην αεροπορική βάση της Μισράτα.
Πάντως είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η Μισράτα έχει γίνει στόχος του Χαφτάρ, από τα τέλη του Ιουνίου, οπότε η Τουρκία κηρύχθηκε εχθρική χώρα από τον στρατάρχη που ελέγχει το 85% της Λιβύης.
Τις 25 Ιουλίου ο Εθνικός Στρατός της Λιβύης βομβάρδισε τις αίθουσες επιχειρήσεων, τις αποθήκες πυρομαχικών, την αεροπορική βάση και τη Στρατιωτική Ακαδημία. 
Οι δυνάμεις του Χαφτάρ δηλώνουν ότι το αεροδρόμιο της Μισράτα χρησιμοποιείται από την Τουρκία για την υποστήριξη όπλων και πυρομαχικών των ριζοσπαστικών δυνάμεων.
Η Μισράτα, που παίζει πάντα έναν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Λιβύης, θεωρείται ως η πόλη στην οποία ζουν και οι περισσότεροι τουρκικής καταγωγής πολίτες της χώρας αυτής.
Μετά την κατάληψη της Περιφέρειας Τρίπολης, το 1551, οι Οθωμανοί εγκατέστησαν Τούρκους της Ανατολίας κυρίως στα παράλια της Λιβύης. Εκτός αυτού, οι οθωμανοί αξιωματικοί που παντρεύτηκαν ντόπιες γυναίκες, δημιούργησαν μια μεγάλη τουρκική αποικία. Μάλιστα, μετά την απώλεια της Κρήτης και των νησιών, ορισμένες οικογένειες Τούρκων κατέφυγαν στη Λιβύη.
Στην απογραφή του 1936 οι τουρκικής καταγωγής κάτοικοι της Λιβύης αποτελούσαν το 5% του πληθυσμού. Και τα δύο τρίτα αυτών κατοικούσαν στη Μισράτα. Ήταν περίπου 35 χιλιάδες.
Σήμερα ορισμένοι λένε ότι η Μισράτα, που είναι η τρίτη πόλη μετά την πρωτεύουσα Τρίπολη και τη Βεγγάζη, κατοικείται κατά τα δύο τρίτα από τουρκικής καταγωγής πολίτες. Μετά τη Μισράτα ακολουθεί η Τρίπολη σε τουρκικής καταγωγής πληθυσμό.
Το αεροδρόμιο που είναι στο στόχαστρο του Χαφτάρ, κατασκευάστηκε το 1939 από τους Ιταλούς και οι Τουρκικές Αερογραμμές ήταν η πρώτη διεθνής εταιρεία που άρχισε πτήσεις στο αεροδρόμιο αυτό, τις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο λόγος για τον οποίο ο Ερντογάν έχει επικεντρωθεί τόσο πολύ στη Μισράτα, είναι γιατί η πόλη κατοικείται κυρίως από Τούρκους, αλλά και γιατί οι κάτοικοι της περιοχής, σε μια Λιβύη που θα διαλυθεί, θεωρούν την Τουρκία ως πρώτη χώρα επιλογής.
Οι δυνάμεις ενόπλων της Μισράτα, που είναι η πιο μεγάλη δύναμη που στηρίζει και κρατάει όρθια την Κυβέρνηση Εθνικής Συνεννόησης της Τρίπολης, που υποστηρίζεται από την Τουρκία και το Κατάρ, πολεμούν εναντίον των δυνάμεων του Χαφτάρ σε όλα τα μέτωπα της περιοχής που ελέγχει η κυβέρνηση της Τρίπολης.
Εκτός αυτού, το γεγονός ότι ο Fethi Başağa, υπουργός Εσωτερικών και από τα ισχυρά ονόματα της κυβέρνησης της Τρίπολης, και ο Abdul Rauf Kara, διοικητής της Ταξιαρχίας Navasi που ελέγχει το αεροδρόμιο της Τρίπολης και αποτελεί την πιο ισχυρή δύναμη της Ειδικής Δύναμης Αποτροπής του υπουργείου Εσωτερικών, έχουν τουρκικά ονόματα, είναι ενδεικτικό της επιρροής που ασκεί η Τουρκία στην περιοχή.
Η Τουρκία που έχει εμπλακεί στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης από το 2011 και άρχισε να στέλνει όπλα σε ορισμένες ομάδες από το 2013, άρχισε να παίζει ανοικτά με το που έστειλε τεθωρακισμένα τύπου Kirpi στη Λιβύη.
Όμως, όταν ο Χαφτάρ έχασε τη στρατηγικής σημασίας πόλη Giryan, λόγω της συμμετοχής στις μάχες των τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ξεκίνησε ένα ακήρυκτος πόλεμος μη επανδρωμένων αεροσκαφών μεταξύ Τουρκίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ).
Στην καταστροφή του μεταγωγικού που μετέφερε όπλα και πυρομαχικά από την Τουρκία, ένα λεπτό μετά την προσγείωσή του στη Μισράτα, σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα ΗΑΕ.
Η αεροπορική βάση El Cuffa, που βρίσκεται στα νότια της Λιβύης και χρησιμοποιείται από τις δυνάμεις του Χαφτάρ ως βάση ανεφοδιασμού, έγινε στόχος μη επανδρωμένων αεροσκαφών (ΜΕΑ) της Τουρκίας. Μάλιστα τις 25 Ιουλίου τουρκικά ΜΕΑ κατέστρεψαν δύο μεταγωγικά αεροσκάφη του Χαφτάρ.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημοσιεύονται συχνά φωτογραφίες που δείχνουν ότι το αεροδρόμιο της Μισράτα έχει μετατραπεί σε μια τουρκική αεροπορική βάση, με νέα καταφύγια για αεροσκάφη και για ΜΕΑ. 
Η Τουρκία, που θέλει να αποκτήσει δυνατότητες να ασκεί επιρροή στη Μέση Ανατολή, έχει κατασκευάσει στρατιωτικές βάσεις στο Κατάρ, τη Σομαλία και είχε συμφωνήσει για βάση με τον Μπεσίρ στο Σουδάν, πριν ανατραπεί.
Οι δυνάμεις του Χαφτάρ ελέγχουν το 85% των εδαφών της Λιβύης
Η Τουρκία μέχρι στιγμής έχει μετατρέψει ντε φάκτο το αεροδρόμιο της Μισράτα σε μια βάση της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας και όσο συμβαίνει αυτό, δεν μπορούν η Αίγυπτος, τα ΗΑΕ και η Σ. Αραβία να ανατρέψουν την κυβέρνηση της Τρίπολης.
Οι δραστηριότητες της Τουρκίας δεν περιορίζονται στη βάση της Μισράτα, αλλά διευθύνει και όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της κυβέρνησης της Τρίπολης, κάτι που προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις των χωρών που στηρίζουν τον Χαφτάρ.
Μάλιστα, τον προηγούμενο μήνα οι δυνάμεις του Χαφτάρ δημοσίευσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα διαβατήρια ανωτάτων αξιωματικών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών πληροφοριών που δρουν στη Λιβύη.

Το άρθρο του Burak Tuygan δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα ahvalnews  και μεταφράστηκε από τον Σάββα Καλεντερίδη

Ινφογνώμων Πολιτικά

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2019

Εξωτερική πολιτική χωρίς ιθαγένεια – Η Δύση έχει αναθέσει ρόλο στην Ελλάδα


Κωνσταντίνος Γρίβας

Εδώ και λίγο καιρό τείνει να κυριαρχήσει στη χώρα μας μια αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η ολοκληρωτική ταύτιση της χώρας μας με τις ΗΠΑ, εν όψει μάλιστα της “αναπόφευκτης σύγκρουσης” Ουάσιγκτον-Άγκυρας (που συνεχώς έρχεται χωρίς να φθάνει ποτέ…) είναι το καταλυτικό στοιχείο που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να αναβαθμιστεί γεωπολιτικά. Σ’ αυτές τις ράγες κινείται ήδη η ελληνική εξωτερική και επί κυβέρνησης Τσίπρα και επί κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, η Ελλάδα όφειλε να φέρει εις πέρας ορισμένες αποστολές για λογαριασμό των ΗΠΑ. Μία εξ αυτών ήταν να κλείσει, όπως-όπως, το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, όπως και έγινε. Κι αυτό γιατί η Ουάσιγκτον ήθελε να εντάξει όσο το δυνατόν πιο σύντομα τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ. Έτσι εγκλωβίζει έτι περαιτέρω τη Σερβία μέσα σε ένα ΝΑΤΟϊκό κλοιό, ωθώντας την να κινηθεί και αυτή προς μια φιλοδυτική κατεύθυνση. Γενικώς επιδιώκει να εντάξει όλα τα Βαλκάνια στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Δύσης, εξαλείφοντας τη ρωσική επιρροή στην περιοχή.
Όμως, ακόμη και στο πλαίσιο μιας άνευ όρων ταύτισης με τις ΗΠΑ, αυτή η πολιτική είναι απλά λάθος για τη χώρα μας. Συγκεκριμένα, αν πράγματι η Ελλάδα θα ήθελε να αποτελέσει το κομβικό στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή, το συμφέρον της θα ήταν οι άλλες χώρες των Βαλκανίων να βρίσκονται εκτός του ελέγχου των ΗΠΑ. Ή ακόμη καλύτερα να είναι εχθρικές έναντι αυτών.
Άλλωστε, κάτι τέτοιο ίσχυε και στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, όπου η Ελλάδα αποτελούσε ένα είδος “νησιού” μέσα στο κομμουνιστικά Βαλκάνια, με αποτέλεσμα να έχει έναν σαφώς αυξημένο ρόλο μέσα στη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Δύσης. Μέρος του ρόλου αυτού ήταν να λειτουργεί και ως φάρος ευημερίας στην περιοχή.
Εξωτερική πολιτική και παθογένεια
Αντιθέτως, όσο οι γειτονικές μας χώρες εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής της Ουάσιγκτον, ο ρόλος της Ελλάδας μειώνεται. Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο μιας απόλυτα φιλοαμερικανικής πολιτικής, τα συμφέροντα της χώρας μας δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με αυτά των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον θα ήθελε όσο το δυνατόν πιο σταθεροποιημένα και υπό τον έλεγχό της τα Βαλκάνια. Αντιθέτως, η Αθήνα, λογικά, θα επεδίωκε το αντίθετο, ώστε να μεγιστοποιήσει τον βαθμό που είναι χρήσιμη και πολύτιμη για την αμερικανική στρατηγική.
Αυτό, όμως, το απλό δεδομένο δεν φαίνεται να γίνεται κατανοητό από τις ελληνικές ελίτ που διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική. Κατά την άποψη του γράφοντος, αυτή και άλλες παρόμοιες αντιφατικές ενέργειες δεν αποτελούν απλώς κάποιες δυσλειτουργίες του μηχανισμού άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Εκφράζουν μια πολύ βαθιά παθογένεια της Ελλάδας, που είναι η ίδια η έλλειψη εθνοκεντρικής γεωπολιτικής λειτουργίας. Και αυτή η έλλειψη εντοπίζεται στα ίδια τα θεμέλια του σύγχρονου ελλαδικού κράτους.
Συγκεκριμένα, όταν φάνηκε ότι ήταν πλέον αδύνατη η αποφυγή της δημιουργίας του ελλαδικού κράτους μετά την Επανάσταση του 1821, οι “προστάτιδες δυνάμεις” της Δύσης ανέθεσαν σε αυτό γεωπολιτική αποστολή: να λειτουργεί ως φράγμα έναντι της Ρωσίας ώστε να αποτρέψει την έξοδό της στην κρίσιμης σημασία εσωτερική “λίμνη” του γεωσυστήματος Ευρασίας-Αφρικής, δηλαδή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε ρόλο φράγματος
Όμως, τη στιγμή που η Ελλάδα καλούνταν να παίξει το ρόλο του φράγματος ενάντια στη Ρωσία, ταυτοχρόνως είχε ισχυρούς πολιτισμικούς, θρησκευτικούς και ιστορικούς δεσμούς μαζί της. Οι δε λαϊκές μάζες ήταν σε σημαντικό βαθμό φιλορωσικές. Για να επιλυθεί ο γόρδιος δεσμός αυτής της αντιφατικής κατάστασης, οι “προστάτιδες δυνάμεις” κατανόησαν ότι θα έπρεπε να δημιουργήσουν στο νέο κράτος μια ελεγχόμενη από αυτές εσωτερική πραγματικότητα.
Έτσι, η πολιτική εξουσία, καθώς και οι αναγκαίες προεκτάσεις της στην κρατική γραφειοκρατία, στον πνευματικό κόσμο και κυρίως στους μηχανισμούς σχεδιασμού και άσκησης εξωτερικής πολιτικής, έπρεπε να μην υπηρετούν τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Να υπηρετούν πρωτίστως τη λειτουργία του ελλαδικού κράτους ως φράγματος έναντι της Ρωσίας.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να αποκτήσει έναν μηχανισμό εθνοκεντρικής εξωτερικής πολιτικής, γιατί η ίδια η έννοια του εθνικού συμφέροντος αντέβαινε τη λειτουργία που της είχαν αναθέσει: να λειτουργεί σαν φράγμα ενάντια στη Ρωσία. Κι αυτό, επειδή η ελληνική εθνική και λαϊκή ταυτότητα προωθούσε τη σύζευξη και όχι την εχθρότητα μαζί της.
Από τις κανονιοφόρους στο ΔΝΤ 
Όποτε δε αυτός ο εσωτερικός μηχανισμός δεν μπορούσε να φέρει εις πέρας την αποστολή του, η ευρωπαϊκή στρατιωτική ισχύς αναλάμβανε να δώσει λύση. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρετανικά και ενίοτε και γαλλικά πολεμικά πλοία υπενθύμιζαν δια των πυροβόλων τους στην Ελλάδα τη δουλειά που είχε να κάνει. Από τον Εμφύλιο η κατάσταση έγινε πιο πολύπλοκη και την αποστολή αυτή ανέλαβαν οι ΗΠΑ, που είχαν πάρει στο μεταξύ τη σκυτάλη από την παραπαίουσα Βρετανική Αυτοκρατορία. Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς συνδυάστηκε με τη δημιουργία ενός αστυνομικού-αυταρχικού κράτους, αλλά και με τεράστιες ροές κεφαλαίων προς την ελληνική οικονομία.
Από τη Μεταπολίτευση και μετά, με τη σταδιακή παρακμή του αστυνομικού κράτους αλλά και την επικίνδυνη γιγάντωση του αντιαμερικανισμού στην ελληνική κοινωνία, οι Δυτικοί επικυρίαρχοι κατανόησαν ότι έπρεπε να αλλάξουν στρατηγική. Έτσι, επένδυσαν σχεδόν ολοκληρωτικά στο ευρωπαϊκό μέλλον της Ελλάδας. Οι κρουνοί των ευρωπαϊκών ταμείων άνοιξαν και ποταμοί χρήματος εισέρρευσαν στη χώρα, ανεβάζοντας το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, αλλά και διαιωνίζοντας την κυριαρχία των υπαρχόντων δυτικότροπων ελίτ.
Όμως, το ευρωπαϊκό χρήμα είχε και αυτό τα όριά του και σύντομα έδωσε και πάλι την σκυτάλη στην ωμή ισχύ. Τη φάση του απατηλού πλούτου διαδέχθηκε, αναπόφευκτα, η φάση της παραλυτικής φτώχειας και επιστρέψαμε στην εποχή της βίας και των απειλών. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν τα πυροβόλα των αγγλικών πολεμικών που θα αναλάμβαναν να διατηρήσουν την Ελλάδα στη δυτική σφαίρα επιρροής. Ήταν οι “διεθνείς” (δηλαδή οι ελεγχόμενοι από τη Δύση) οίκοι αξιολόγησης, το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Έτσι, η έλλειψη γεωπολιτικής αυθυπαρξίας της Ελλάδας και η συνεπακόλουθη λειτουργία της ως χώρα-οχυρό της Δύσης εξασφαλιζόταν πλέον δια της απειλής ακόμη πιο ακραίας φτώχειας.
Η “ελπίδα” στις ΗΠΑ
Και αυτή η περίοδος, όμως, δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Ο φόβος έπρεπε να δώσει σταδιακά τη θέση του σε κάποιας μορφής ελπίδα. Στην αρχή αυτής της φάσης φαίνεται πως βρισκόμαστε σήμερα. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι μια ανορθολογική ταύτιση με τις ΗΠΑ. Η επιλογή αυτή θα είχε, ίσως, κάποιο νόημα εάν εδραζόταν πάνω σε μια δομή διαμόρφωσης εξωτερικής πολιτικής, η οποία θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή θα ήταν η βέλτιστη πολιτική για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Όμως, αυτό προϋποθέτει μια εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία, την οποία –όπως υποστηρίξαμε πιο πάνω– η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να λειτουργήσει εις βάρος της πρωταρχικής γεωπολιτικής αποστολής της στο πλαίσιο της δυτικής στρατηγικής. Είναι δεδομένο ότι αν δεν υπάρχει αυτή η εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία δεν μπορούμε να μιλάμε για ελληνική εξωτερική πολιτική (φιλοαμερικανική, φιλοευρωπαϊκή ή οτιδήποτε άλλο), αλλά για ανυπαρξία πολιτικής. Άρα, δεν μπορούμε να περιμένουμε και τίποτε καλό να προκύψει για τη χώρα μας.
Είναι βέβαιο ότι όλα τα παραπάνω θα ακούγονται σε πολλούς από ανεδαφικά, αφελή και υπεραπλουστευτικά έως συνωμοσιολογικά. Το γεγονός, όμως, παραμένει ότι η Ελλάδα δείχνει διαχρονικά να ακολουθεί μια πολιτική που δεν έχει στον πυρήνα της τα εθνικά συμφέροντα, αλλά συμφέροντα άλλων χωρών και γεωπολιτικών σχηματισμών. Και αυτό με τη λογική ότι η Ελλάδα “είναι πολύ μικρή για να έχει δικά της συμφέροντα”! Θα πρέπει να “ανήκει εις την Δύσιν”, αποτελώντας ουσιαστικά περιουσιακό της στοιχείο και όχι λειτουργώντας ως ανεξάρτητο στοιχείο μιας γεωπολιτικής δομής. Και κάτι τέτοιο φαίνεται πως ισχύει ακόμη και σήμερα.
Αν θέλουμε λοιπόν να σχεδιάσουμε την όποια εθνική στρατηγική για το μέλλον, το πρώτο βήμα είναι να διεκδικήσουμε τον εαυτό μας. Να αποκτήσουμε μια αυτόνομη, αυτόφωτη και εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία και μετά να δούμε αν οι πολιτικές που θα ακολουθήσουμε θα είναι φιλοαμερικανικές, φιλορωσικές, φιλοσουηδικές ή οτιδήποτε άλλο. Έως ότου, λοιπόν, επιτευχθεί κάτι τέτοιο, νομιμοποιούμαστε να έχουμε και αναγνώσεις της πραγματικότητας, όπως αυτή που εκθέσαμε ανωτέρω.
*Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

Η ιστορική ευκαιρία είναι εκπληκτική για την Ελλάδα αλλά μένει να δούμε αν έχουμε και ικανή πολιτική ηγεσία για να την εκμεταλλευτεί.



Όποιος παρακολουθεί τη διπλωματική σύγκρουση Τουρκίας-ΗΠΑ 
σχετικά με την απόκτηση εκ μέρους των Τούρκων των ρωσικών
 πυραύλων εδάφους-αέρος S-400 και των αμερικανικών μαχητικών 
stealth F-35, δεν μπορεί παρά να αναρωτιέται ένα πράγμα: ΓΙΑΤΙ
 ο Ερντογάν επιμένει τόσο πολύ στην αγορά των S-400, ενός
 κατ' εξοχήν αμυντικού όπλου, ρισκάροντας όχι μόνο να χάσει 
τα F-35 αλλά και να διαρρήξει τελείως τις σχέσεις της Τουρκίας
 με την αμερικανική υπερδύναμη, και να υποστούν οι τουρκικές 
ένοπλες δυνάμεις καθώς και η τουρκική πολεμική βιομηχανία 
ένα σοβαρότατο πλήγμα από πιθανές κυρώσεις; Τόσο ανόητος
 ή ξεροκέφαλος είναι ο Ερντογάν ώστε να επιμένει σ' αυτή τη 
γραμμή απλώς και μόνο για ένα πείσμα ή για λόγους 
γοήτρου; Ασφαλώς και όχι. Προφανώς ιεραρχεί ως την
 υπ' αριθμόν 1 μελλοντική απειλή για την Τουρκία
 το ενδεχόμενο μιας εχθρικής αεροπορικής ή πυραυλικής
 επίθεσης την οποία η τουρκική αεροπορία δεν θα 
μπορεί εκ των πραγμάτων να αναχαιτίσει. 



Η Τουρκία έχει πάει πλέον σε πολύ υψηλότερο επίπεδο 
το γεωστρατηγικό παιγνίδι της από ό,τι υποθέτουν 
οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου.
 Η στρατηγική στόχευση του Ερντογάν είναι να 
εξελιχθεί η Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη, 
προστάτιδα του απανταχού μουσουλμανικού κόσμου
 με ισχύ που θα φτάνει έως τον Ινδικό ωκεανό και 
θα θυμίζει εκείνη της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
 Αναγκαία προϋπόθεση για να το πετύχει αυτό η Τουρκία 
είναι να γίνει πυρηνική δύναμη διότι μόνο έτσι θα μπορεί 
να πάρει τη θέση που της αξίζει στον σύγχρονο κόσμο.
 Στον Ερντογάν δεν αρκεί μια θέση στους G20 που ήδη έχει. 
Θέλει να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τις πυρηνικές δυνάμεις
 που είναι μετρημένες στα δάχτυλα.
 Η ιστορική πείρα έχει δείξει ότι μόνο η κατοχή 
πυρηνικών όπλων μπορεί να εγγυηθεί πραγματικά
 την ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας έναντι 
κάθε πιθανής απειλής.
 Αυτό είναι το συμπέρασμα που έβγαλαν οι Τούρκοι
 βλέποντας πώς αναβαθμίστηκε το διεθνές status 
του Ισραήλ, της Ινδίας, του Πακιστάν και της Βόρειας Κορέας 
από τη στιγμή που έκαναν την πρώτη πυρηνική δοκιμή τους 
και ότι δεν μπορεί να τους βάλει κανείς χέρι επειδή
 κατέχουν το απόλυτο όπλο αποτροπής.
Σίγουρα οι Τούρκοι θα ήθελαν να έχουν και τα 
μαχητικά stealth F-35 για να πραγματοποιήσουν 
τα ευρύτερα επεκτατικά σχέδιά τους στην περιοχή, 
αλλά βλέπουν πως ακόμα και μία πάμφτωχη χώρα 25 εκατομμυρίων
 κατοίκων όπως η Βόρεια Κορέα που έχει μία στρατιωτική μάζα
 εξοπλισμένη με ξεπερασμένα συμβατικά όπλα των δεκαετιών 
1960 και 1970, έχει κάνει την πανίσχυρη Αμερική να τρέχει
 πίσω της παρακαλώντας για συνομιλίες χάρη στο πυρηνικό
 και βαλλιστικό οπλοστάσιο που κατέχει. 



Η μόνη χώρα που ήταν πρόθυμη να δώσει στους Τούρκους 
την απαραίτητη τεχνογνωσία αξιοποίησης της πυρηνικής
 ενέργειας ήταν η Ρωσία του Πούτιν. Έτσι από το 2015 
έχει αρχίσει να κατασκευάζεται με ρωσική βοήθεια στο Ακουγιού 
στα παράλια της Κιλικίας ένας πυρηνικός αντιδραστήρας
 ισχύος 4.500 MW ο οποίος στοιχίζει 20 δις δολάρια 
και θα ξεκινήσει να λειτουργεί το 2023. Το γιατί η Ρωσία
 αποφάσισε να βοηθήσει έναν παραδοσιακό εχθρό της 
όπως η Τουρκία να γίνει πυρηνική δύναμη, έχει να κάνει 
με καθαρά γεωπολιτικά κριτήρια - ο Πούτιν επιδιώκει 
προφανώς να διασπάσει το ΝΑΤΟ αφαιρώντας
 τον ακρογωνιαίο λίθο του που είναι η Τουρκία. 

Υποτίθεται ότι οι Τούρκοι θέλουν τον πυρηνικό αντιδραστήρα 
για να παράγουν ηλεκτρικό ρεύμα με το οποίο θα τροφοδοτούν
 την κατεχόμενη βόρεια Κύπρο. Μαζί με το νερό που
 είναι επίσης έτοιμοι να δώσουν, φιλοδοξούν να αλλάξουν
 την όψη και την οικονομία της Κύπρου ώστε να πετύχουν 
την ήπια κατάκτησή της και την πλήρη εξάρτησή της από την Τουρκία.
Ωστόσο ένας πυρηνικός αντιδραστήρας κατά τη λειτουργία
 του παράγει πάντα πλουτώνιο, και αυτό αποτελεί την πρώτη 
ύλη για την κατασκευή πυρηνικού όπλου. Το μεγάλο πρόβλημα
 των Τούρκων είναι ότι στην ευρύτερη στρατηγική αρένα 
της Ανατολικής Μεσογείου δεν υπάρχει χώρος παρά για έναν
 μόνο γενικό κουμανταδόρο, και αυτός είναι το Ισραήλ, 
για την εξασφάλιση της Ποιοτικής Στρατιωτικής Υπεροχής 
του οποίου έναντι κάθε πιθανού αντιπάλου οι ΗΠΑ δεσμεύονται
 με νόμο από το 2008 - γι' αυτό του δίνουν 3 δις δολάρια δωρεάν 
στρατιωτική βοήθεια κάθε χρόνο.
Το Ισραήλ παραδοσιακά δεν ανέχεται την ύπαρξη άλλης πυρηνικής
 δύναμης στην ευρύτερη γειτονιά του, ιδίως μάλιστα όταν αυτή διάκειται
 εχθρικά απέναντί του. Κι αυτό διότι λόγω μικρού γεωγραφικού 
και πληθυσμιακού μεγέθους είναι εξαιρετικά ευάλωτο σε μία επίθεση
 με όπλα μαζικής καταστροφής.
Τρεις ατομικές βόμβες μεγάλης ισχύος να εκραγούν στο Τελ Αβίβ,
 στην Ιερουσαλήμ και στη Χάιφα, η χώρα τελείωσε,
 σβήστηκε κυριολεκτικά από τον χάρτη. Ο Ερντογάν το γνωρίζει
 φυσικά αυτό και φοβάται (δικαιολογημένα) πως οι Ισραηλινοί
 θα χτυπήσουν κάποια στιγμή τον τουρκικό αντιδραστήρα, 
ας μην λένε κάτι προς το παρόν κι ας μη δείχνουν ότι ενοχλούνται.
 Το έχουν ξανακάνει άλλωστε με τον γαλλικής κατασκευής πυρηνικό 
αντιδραστήρα του Ιράκ το 1981 και με τον βορειοκορεατικής 
κατασκευής πυρηνικό αντιδραστήρα της Συρίας το 2007,
 ενώ έχουν απειλήσει επανειλημμένα ότι θα κάνουν το ίδιο και 
σε βάρος των ρωσικής κατασκευής πυρηνικών εγκαταστάσεων 
του Ιράν στο Μπουσέρ, στη Νατάνζ, στο Αράκ, στο Φορντό και 
στο Ισφαχάν. 

Με τον Ερντογάν και τις ηγεμονικές νεο-οθωμανικές φιλοδοξίες 
του έχουν πρόβλημα οι Ισραηλινοί και όχι με τους Τούρκους 
εν γένει. Αν βρισκόταν τρόπος να βγει από τη μέση ο Ερντογάν 
(όπως λίγο έλειψε να συμβεί τον Ιούλιο του 2016 με το πραξικόπημα),
 κατά πάσα πιθανότητα  το Ισραήλ και η Τουρκία θα
 ξαναγίνονταν εν μία νυκτί οι στενοί σύμμαχοι και εταίροι που
 ήταν επί δεκαετίες. Ο πόλεμος του Ισραήλ κατά του Ερντογάν 
είναι πολυμέτωπος και πολυεπίπεδος.
Προς το παρόν τον χτυπάει με τις περίφημες «αγορές» και
 τους τρεις αμερικανικούς οίκους αξιολόγησης οι οποίοι 
δολοφονούν οικονομικά ολόκληρα κράτη. Η τουρκική
 οικονομία δέχεται τρομακτική επίθεση επί χρόνια
 τώρα αλλά αυτό που φοβάται πραγματικά ο Ερντογάν 
είναι το ενδεχόμενο αεροπορικής ή πυραυλικής προσβολής
 του τουρκικού πυρηνικού αντιδραστήρα στο Ακουγιού. 
Για να εξασφαλιστεί απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο
 που θα θρυμματίσει το πολιτικό του κύρος, όφειλε 
να βρει αντίδοτο στην ασύδοτη δράση της ισραηλινής αεροπορίας, 
και ιδίως των νέων μαχητικών stealth τύπου F-35 που ήδη 
έχει αρχίσει να παραλαμβάνει το Ισραήλ (με στόχο να αποκτήσει
 τελικά περίπου 100). Με μαχητικά αεροσκάφη είναι σχεδόν 
αδύνατον να αναχαιτιστεί η ισραηλινή αεροπορία διότι υπερέχει
 συντριπτικά έναντι της τουρκικής αεροπορίας σε ποιότητα,
 εκπαίδευση και πολεμική πείρα και επιπλέον διαθέτει δικά της
 συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου. Να εκφοβιστεί το Ισραήλ 
με αντίποινα είναι επίσης αδύνατον διότι εκτός του ότι διαθέτει μία 
πολύ εξελιγμένη τριπλή αντιπυραυλική ομπρέλα, έχει και 
ένα τεράστιο πυρηνικό οπλοστάσιο το οποίο δεν θα διστάσει
 να χρησιμοποιήσει αν κινδυνεύσουν σοβαρά τα αστικά
 του κέντρα. Άρα ήταν μονόδρομοςγια την Τουρκία να 
αποκτήσει ένα αμυντικό όπλο άγνωστο στους Ισραηλινούς 
το οποίο να τους αποτρέψει να χτυπήσουν τον αντιδραστήρα 
στο Ακουγιού ή να τους τσακίσει αν επιχειρήσουν να το 
κάνουν τελικά, χωρίς να παραστεί ανάγκη κλιμάκωσης 
της σύρραξης με πλήγματα βαλλιστικών πυραύλων κατά του Ισραήλ.  

Τη λύση έδωσαν στον Ερντογάν και πάλι οι Ρώσοι οι οποίοι 
έχουν αναπτύξει κατάλληλα αντιαεροπορικά και αντιβαλλιστικά όπλα 
«αντιπρόσβασης» (anti-access) που τους επιτρέπουν να επιβάλουν 
«άρνηση περιοχής» (area denial), δηλαδή να στερήσουν από 
τις δυτικές αεροπορίες την ελευθερία δράσης που συνήθως
 έχουν πάνω από μία εχθρική χώρα.
Οι S-400 είναι από τους πιο επίφοβους πυραύλους 
εδάφους-αέρος που υπάρχουν σήμερα στο
 παγκόσμιο οπλοστάσιο. Το σύστημα αυτό είναι κινητό
 (και συνεπώς πολύ δύσκολο να εντοπιστεί και να καταστραφεί), 
έχει τη δυνατότητα να ετοιμαστεί για βολή μέσα σε
 5 λεπτά από μόνο 3 άτομα, χρησιμοποιεί έξι διαφορετικούς
 τύπους ραντάρ τα οποία εκπέμπουν σε διαφορετικές 
μπάντες συχνοτήτων, αξιοποιεί ακόμη και συστήματα 
παθητικής ανίχνευσης εκπομπών στο ηλεκτρομαγνητικό
 φάσμα εντοπίζοντας στόχους χωρίς να εκπέμπει το ίδιο, 
μπορεί να εγκλωβίζει στόχους ακόμη και μεγέθους 
μπάλας ποδοσφαίρου, έχει χρόνο αντίδρασης 9-10 δευτερολέπτων
 από τη στιγμή του εγκλωβισμού, και εκτοξεύει 
τέσσερα διαφορετικά είδη πυραύλων ανάλογα με 
τις εκάστοτε επιχειρησιακές ανάγκες, με βεληνεκές
 που κυμαίνεται θεωρητικά από 40 km έως 400 km.
Για να έχει κανείς μία συγκριτική εικόνα στο μυαλό του 
αρκεί να ξέρει ότι το αμερικανικό σύστημα Patriot υποστηρίζει
 μόνο έναν τύπο βλήματος με βεληνεκές 96 km.
 Το σύστημα S-400 είναι ικανό να αντεπεξέρχεται 
ακόμη και σε μαζικές επιθέσεις κορεσμού. Οι πύραυλοί του
 πετούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα 14 Mach 
(δηλαδή περίπου 5.000 μέτρα το δευτερόλεπτο!), 
πράγμα που σημαίνει ότι είναι πρακτικά αόρατοι στον αέρα,
 και μπορούν να εμπλέξουν στόχους από ύψος 5 μέτρων 
από το έδαφος (ακόμα και αν αυτοί είναι πύραυλοι cruise) 
μέχρι ύψος 20 χιλιομέτρων.
 Λόγω των επιδόσεών τους οι S-400 δεν είναι απλώς
 σε θέση να πλήττουν μαχητικά αεροσκάφη και χαμηλά
 ιπτάμενους πυραύλους cruise αλλά και να απειλούν 
σοβαρά τους πολύτιμους πολλαπλασιαστές ισχύος 
του επιτιθέμενου όπως τα ιπτάμενα ραντάρ, τα ιπτάμενα τάνκερ
 και άλλους ευπαθείς στόχους οι οποίοι συνήθως 
παραμένουν μακριά από τη ζώνη των βομβαρδισμών
 για να υποστηρίζουν τα επιτιθέμενα αεροσκάφη.
Για τον λόγο αυτό οι S-400 αποτελούν ένα όπλο 
που μπορεί να ανατρέψει πλήρως τον σχεδιασμό
 μιας αντίπαλης αεροπορίας, ιδίως αν αποτελούν
 μέρος ενός αλληλοκαλυπτόμενου συστήματος αεράμυνας 
και επιχειρούν σε συνεργασία με άλλα όπλα εδάφους-αέρος 
μικρότερης εμβέλειας όπως οι Tor-M1 ή τα Pantsir.  

Αυτά ακριβώς τα τρομερά ρωσικά όπλα αντιπρόσβασης/άρνησης 
περιοχής (A2/AD) έχει σχεδιαστεί να αντιμετωπίζει το 
νέο αμερικανικό μαχητικό F-35. To αεροσκάφος 
αυτό ενσωματώνει μεταξύ άλλων την περίφημη
 τεχνολογία stealth που το καθιστά σχεδόν αόρατο
 στα ραντάρ υψηλής συχνότητας από τις περισσότερες 
γωνίες θέασης, εφόσον βέβαια δεν μεταφέρει εξωτερικά
 φορτία. Για τον λόγο αυτό όλα τα όπλα του F-35 έχουν 
σχεδιαστεί να φέρονται εντός της ατράκτου, και 
αυτό είχε ως τίμημα την κάπως ασουλούπωτη
 γεωμετρία του και την ελάττωση της μέγιστης ταχύτητας
 που μπορεί να αναπτύξει σε 1,6 Mach όταν σχεδόν όλα
 τα μαχητικά της προηγούμενης γενιάς μπορούν να υπερβούν τα 2 Mach.
 Η ιδιότητα stealth του F-35 όμως ισχύει υπό προϋποθέσεις.
 Το F-35 για να μείνει αόρατο στα ραντάρ βασίζεται περισσότερο
 στην απορροφητικότητα της ακτινοβολίας ραντάρ 
από το υλικό των επιφανειών του και λιγότερο
 στη γεωμετρία του. Μπορεί ωστόσο να πετάξει 
για περίπου 250 χιλιόμετρα με ταχύτητα 1,2 Mach 
χωρίς τη χρήση μετακαυστήρα, πράγμα ακατόρθωτο 
για μαχητικά προηγούμενης γενιάς.
Εκτός όμως από την τεχνολογία stealth το F-35 
αξιοποιεί ένα σύστημα 6 προηγμένων αισθητήρων (DAS)
 τοποθετημένων περιμετρικά που δίνουν στον χειριστή
 του εκπληκτική επίγνωση κατάστασης, δηλαδή πλήρη
 εικόνα του τι συμβαίνει γύρω του σε τόξο 360 μοιρών,
 όχι μόνο ποια βλήματα κινούνται εναντίον του 
αλλά και από ποιο σημείο έχουν εκτοξευτεί, ενώ
 παράλληλα έχει και τη δυνατότητα να ανταλλάσσει
 πληροφορίες και δεδομένα με άλλα αεροσκάφη
 ή με το έδαφος χωρίς να γίνεται αντιληπτό από τους 
αισθητήρες του εχθρού. 

Οι πύραυλοι S-400 και τα αεροσκάφη F-35
 έχουν σχεδιαστεί ουσιαστικά για να αντιμετωπίσουν το ένα το άλλο. 
Μόνο που ΔΕΝ μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιο από
 τα δύο όπλα υπερισχύει σε πραγματική αναμέτρηση.
 Είναι τέτοια η φύση αυτών των προηγμένων όπλων ώστε 
για να μπορέσει κανείς να τα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά
 πρέπει υποχρεωτικά να ανακαλύψει τις αδυναμίες τους - 
και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο αν τα διαθέτει και τα δύο και
 έχει άνεση χρόνου για να τα δοκιμάσει εξαντλητικά το ένα 
εναντίον του άλλου, διότι διαφορετικά θα διαπιστώσει
 την αλήθεια μόνο σε έναν πραγματικό πόλεμο, και αυτό 
μπορεί να αποβεί πολύ οδυνηρό έως καταστροφικό.
 Έτσι όπως πάνε μέχρι τώρα τα πράγματα, ούτε η Ρωσία 
μπορεί να είναι απολύτως βέβαιη για την αποτελεσματικότητα
 των S-400 αφού δεν έχει στη διάθεσή της τα F-35, 
αλλά ούτε και οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορούν 
να είναι απολύτως βέβαιοι για την αποτελεσματικότητα 
του F-35 αφού δεν διαθέτουν τους S-400.  

Ο λόγος που η Τουρκία παρήγγειλε τους 
πυραύλους S-400 είναι κατά κύριο λόγο η προστασία
 του πυρηνικού αντιδραστήρα που κατασκευάζεται στο Ακουγιού.
 Γι' αυτό και η τουρκική κυβέρνηση έχει ήδη δηλώσει 
ότι θα αναπτύξει ένα μέρος των S-400 στα νότια παράλια 
της χώρας ώστε να ελέγχει την Ανατολική Μεσόγειο 
και να προστατεύει τα πλωτά γεωτρύπανά της, 
τον πυρηνικό αντιδραστήρα και τις αεροναυτικές
 της δυνάμεις από τους Ισραηλινούς και τους Αμερικανούς.
 Βεβαίως οι Τούρκοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι Ρώσοι 
είναι τελείως αναξιόπιστοι στην υποστήριξη των όπλων που πουλάνε,
 αλλά υπολογίζουν ότι οι S-400 εφόσον είναι ολοκαίνουργοι
 δεν θα έχουν σοβαρό πρόβλημα συντήρησης
 για τα επόμενα 5 χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί ο πυρηνικός αντιδραστήρας.
Οι Ισραηλινοί θα πρέπει λογικά να 
χτυπήσουν πριν το 2023. Δεν έχει νόημα να χτυπήσουν τώρα,
 πριν αναπτυχθούν οι S-400, διότι στην τοποθεσία 
του αντιδραστήρα έχουν κατασκευαστεί μόνο οι τσιμεντένιες βάσεις 
και δεν έχει εγκατασταθεί ακόμα κανένα κρίσιμο εξάρτημα
 του μηχανολογικού εξοπλισμού. Άρα η ιδανική χρονική στιγμή 
για να χτυπήσουν θα είναι λίγο πριν ο αντιδραστήρας φορτωθεί
 με πυρηνικό καύσιμο και τεθεί σε λειτουργία, ώστε αφενός
 να προκληθεί η μέγιστη ζημιά, και αφετέρου να αποφευχθεί 
η έκλυση ραδιενέργειας στην ευρύτερη περιοχή. 

Η Τουρκία που έχει παραγγείλει και S-400 και F-35,
 αν τα παραλάβει θα είναι η μόνη χώρα στον κόσμο 
που θα γνωρίζει επακριβώς σε λίγο καρό τις αδυναμίες
 και τις τακτικές επιτυχούς αντιμετώπισης και των 
δύο αυτών όπλων - και κάτι τέτοιο δεν μπορούν 
να το επιτρέψουν να συμβεί οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί 
διότι αυτή η γνώση θα αποτελεί τρομερό τακτικό 
πλεονέκτημα και διαπραγματευτικό ατού της Άγκυρας 
η οποία θα μπορεί να εκβιάζει ή να ζητά υπέρογκα ανταλλάγματα
 για να το μοιραστεί με άλλους.
 Γι' αυτό οι Αμερικανοί απειλούν την Τουρκία με ακύρωση 
της παράδοσης των F-35 εφόσον ξεκίνησε να παραλαμβάνει 
τους S-400. Διότι πολύ απλά δεν είναι δυνατόν 
μία μικρή περιφερειακή δύναμη όπως είναι η Τουρκία 
να κατέχει κρίσιμες και άκρως απόρρητες πληροφορίες
 για τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες των κορυφαίων 
όπλων παγκοσμίως, και να μην τις γνωρίζει η ισχυρότερη 
υπερδύναμη του πλανήτη - και κοντά σ' αυτή βέβαια 
και το Ισραήλ το οποίο κάποια στιγμή πιθανώς 
να αποφασίσει να κάνει τον τουρκικό πυρηνικό αντιδραστήρα στάχτη.
Για τους παλαιότερους τύπους ρωσικών αντιαεροπορικών 
πυραύλων όπως οι S-300 οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί
 δεν ανησυχούν διότι έχουν φροντίσει ήδη 
να τους «ξεψαχνίσουν» λεπτομερώς 
και γνωρίζουν πώς να τους αντιμετωπίσουν

Σκοπός των Αμερικανών είναι να εξυπηρετήσουν 
τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ, που αυτή 
τη στιγμή έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με αυτά
 της Τουρκίας του Ερντογάν. Οι Αμερικανοί επιδιώκουν 
να φέρουν την Τουρκία πίσω στο δυτικό μαντρί,
 να την εξουδετερώσουν ως δυνητική απειλή κατά του Ισραήλ, 
και να της ψαλιδίσουν τις φιλοδοξίες που έχει 
να γίνει ανεξάρτητη περιφερειακή πυρηνική υπερδύναμη.
Το σίγουρο όμως είναι ότι οι Αμερικανοί δεν σκοπεύουν
 να χαρίσουν την Τουρκία στους Ρώσους. Έχουν επενδύσει 
υπερβολικά πολύ χρήμα καθώς και διπλωματικό και στρατιωτικό 
κεφάλαιο στην Τουρκία επί 65 χρόνια για να κατοχυρώσουν 
αυτόν τον σύμμαχο ο οποίος ελέγχει παραδοσιακά
 τον μεγάλης στρατηγικής αξίας δίαυλο 
Βόσπορος - Προποντίδα - Δαρδανέλια 
που είχε καταστήσει το Βυζάντιο παγκόσμια υπερδύναμη επί 1.100 χρόνια.
Συνεπώς, δεν πρόκειται να στείλουν την Τουρκία 
στις αγκάλες του Πούτιν, του πιο επικίνδυνου εχθρού τους.
Δεν θέλουν με τίποτα να επαναληφθεί η απώλεια 
του φιλοδυτικού Ιράν που έγινε το 1979 με την ανατροπή
 του Σάχη από τον Χομεϊνί. 

Ούτε όμως οι Τούρκοι είναι ηλίθιοι. Ξέρουν πως αν χαλάσουν 
τις σχέσεις τους με την Αμερική, τότε θα παραλύσει
 το 100% της αεροπορίας τους, το 70% του στρατού τους 
και το 50% του ναυτικού τους. Οι τουρκικές ένοπλες
 δυνάμεις μπορεί να τροφοδοτούνται όλο και περισσότερο
 από όπλα εγχώριας παραγωγής, αλλά δεν έχουν 
την πολυτέλεια να αποκοπούν πλήρως από τις ΗΠΑ. 
Μια τέτοια εξέλιξη θα απέβαινε καταστροφική για
 το αξιόμαχό τους. Επιπλέον, οι S-400 
(κόστος 2,5 δις δολάρια για την Τουρκία) δεν μπορούν
 σε καμία περίπτωση να μπουν στην ίδια ζυγαριά 
με τα μαχητικά αεροσκάφη F-35 (κόστος 10 δις δολάρια 
για την Τουρκία), διότι οι πρώτοι είναι απλώς
 ένα καλό αμυντικό όπλο ενώ τα δεύτερα είναι η επιτομή 
του πιο εξελιγμένου επιθετικού όπλου που υπάρχει σήμερα.
 Και ως γνωστόν, ποτέ κανείς δεν κέρδισε 
πόλεμο παραμένοντας μόνο σε άμυνα. 
Η Τουρκία είναι σαφώς αναθεωρητικό κράτος 
και οι στόχοι της είναι καθαρά επεκτατικοί και επιθετικοί. 
Χρειάζεται οπωσδήποτε τα F-35 για 
να μπορεί να χτυπήσει κρατικές οντότητες
 που αποτελούν υποψήφια θύματά της (κυρίως την Ελλάδα)
 με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Επιπλέον,
 η πιθανή ακύρωση της παραλαβής των F-35
 θα οδηγήσει σε ναυάγιο και την απόκτηση
 των δύο μίνι αεροπλανοφόρων 
που ναυπηγεί τώρα η Τουρκία, αφού έχουν σχεδιαστεί
 για χρήση από την ειδική έκδοση F-35B 
που είναι ικανή για κάθετη αποπροσνήωση,
 και δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή πουθενά
 διεθνώς κάποιος αντικαταστάτης τους. 

Αλλά ακόμη κι αν πάρει τελικά τα F-35 η Τουρκία 
(κατασκευάζει ήδη με πλειάδα δικών της εταιρειών
 937 μέρη και εξαρτήματα του αεροσκάφους)
 δεν σημαίνει ότι ξεμπέρδεψε με την Αμερική
 και ότι θα μπορεί μετά να της βγάζει γλώσσα.
 Η ένταξη του F-35 στο οπλοστάσιο μιας χώρας 
σημαίνει στενή και πλήρη δέσμευση της χώρας 
αυτής στο αμερικανικό άρμα επί δεκαετίες,
 διότι αν το F-35 δεν υποστηριχθεί όπως πρέπει
 από πλευράς συντήρησης (που είναι πολύ 
δαπανηρή και εξειδικευμένη) θα καταστεί άχρηστο
 ως προς την ιδιότητα stealth μέσα σε μικρό χρονικό 
διάστημα - λόγω αυτών των αναγκών εξειδικευμένης συντήρησης
 το κόστος μιας ώρας πτήσης του F-35 ανέρχεται 
σε 35.000 δολάρια όταν του F-16 δεν ξεπερνά τα 8.000 δολάρια.
Συνεπώς αν η Τουρκία θέλει πραγματικά τα F-35, τότε
 δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνεχίσει να διατηρεί σταθερά
 καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ προκειμένου τα μαχητικά της 
αυτού του τύπου να παραμένουν επιχειρησιακά 
και να μην πάνε πεταμένα τα δισεκατομμύρια που θα 
δαπανήσει για την απόκτησή τους. 

Λογικά η κατάληξη του αμερικανοτουρκικού παζαριού δεν
 μπορεί να είναι άλλη από τη συμφωνία, αφού καμία 
από τις δύο πλευρές δεν έχει συμφέρον να τεντώσει 
τόσο πολύ το σχοινί ώστε αυτό να σπάσει.
 Το Ισραήλ βεβαίως είναι ανελέητο και δεν αστειεύεται.
 Παράλληλα με τις διπλωματικές και στρατιωτικές 
πιέσεις μέσω ΗΠΑ, ασκεί στην Τουρκία και αφόρητη 
πίεση με επίθεση στην οικονομία της προκαλώντας
 ραγδαία πτώση της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας 
και άνοδο των επιτοκίων δανεισμού της χώρας. 
Έχει στριμώξει στα σχοινιά του ρινγκ τον Ερντογάν 
και τον γρονθοκοπεί ανελέητα μέχρι να τον αναγκάσει
 να ρίξει λευκή πετσέτα και να εγκαταλείψει τις πυρηνικές του φιλοδοξίες.
 Η ιστορική ευκαιρία είναι εκπληκτική για την Ελλάδα 
αλλά μένει να δούμε αν έχουμε και ικανή πολιτική ηγεσία 
για να την εκμεταλλευτεί.